Αναζητείται έμπνευση

benaki
benaki

Ήταν Οκτώβρης του 2014 όταν ο Άγγελος Δεληβοριάς ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αποχωρήσει από τη διεύθυνση του Μουσείου Μπενάκη. Ήταν η φωνή και η ψυχή του μουσείου για σχεδόν 41 χρόνια, ο άνθρωπος που ανέδειξε μέσα από τις συλλογές, την «Ελλάδα ως σύνολο». Περήφανος για την «ελληνομανία» που του καταλογίζουν, ανέλαβε τη διεύθυνση του μουσείου μόλις 19 χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, Αντώνη Μπενάκη. Σήμερα το Μπενάκη, «το μουσείο που αγαπάει ο Θεός», γυρίζει σελίδα και μπαίνει σε νέα εποχή.

Ο άνθρωπος που θα κληθεί να οδηγήσει το Μπενάκη – τα Μπενάκη, μιας και είναι περισσότερα από ένα- στη νέα εποχή, είναι ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας και πρώην διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, Ολιβιέ Ντεκότ.

Σωστά! Δεν είναι Έλληνας, ούτε αρχαιολόγος, ούτε ιστορικός τέχνης αλλά ούτε και ιστορικός.

Η επιλογή του Ντεκότ ίσως είναι για πολλούς «χαστούκι στο πρόσωπο πολλών Ελλήνων αρχαιολόγων και ιστορικών τέχνης». Στα social media, οι Έλληνες χρήστες τάχθηκαν στην πλειοψηφία τους, κατά την επιλογής Ντεκότ με βασικό επιχείρημα, τι άλλο, » χάθηκαν οι Έλληνες;». Ευ!

Τελικά σε τι επιδιώκουν με την επιλογή ενός 40άρη Γάλλου στο τιμόνι των Μπενάκη;

Το ζητούμενο νομίζω είναι να φέρει νέα πνοή και αποτελεσματικότητα σε ένα χώρο που σίγουρα χρειάζεται ανανέωση. Έναν αέρα κοσμοπολιτισμού και νέες ιδέες στα μουσεία Μπενάκη.

Αρκεί η αλλαγή προσώπου λέτε; Όχι

Το παραδοσιακό μοντέλο διοίκησης των μουσείων στην Ελλάδα, έχει αποτύχει στην πράξη. Το κράτος αδυνατεί να συντηρήσει όλα αυτά τα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους και τους πολιτιστικούς φορείς με την οικονομία στα χάλια της. Έτσι, ή θα κλείσουν, ή θα ρημάξουν ή θα βρουν πόρους μέσα από την ιδιωτική πρωτοβουλία, θα γίνουν περισσότερο εξωστρεφή.

Στην Ελλάδα ακόμα βλέπουμε τα μουσεία μας ως μια «ιερή αγελάδα» που απαγορεύεται να παράγει γάλα, δηλαδή κέρδος και έσοδα. Σήμερα η αλλαγή είναι μονόδρομος. Η ενοικίαση αιθουσών των μουσείων για δεξιώσεις – πρακτική ευρέως διαδεδομένη στον αγγλοσαξονικό κόσμο και τα μουσεία της Αμερικής όπως το ΜΕΤ – θα ενισχύσει τα οικονομικά του μουσείου. Μεγάλα μουσεία του εξωτερικού χρηματοδοτούνται από μεγάλες μάρκες υποδημάτων, ενδυμάτων και καλλυντικών ενώ το μάρκετινγκ και το branding έχουν βρει πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στο χώρο των μουσείων. Για εμάς πρακτικές όπως αυτές των μεγαλύτερων μουσείων του κόσμου, θεωρούνται απαγορευμένες και πολλοί πιστεύουν ότι προσβάλλουν τα αντικείμενα και τις συλλογές.

Για πολλούς, οι διευθυντές των μουσείων πρέπει αποκλειστικά να είναι Έλληνες αρχαιολόγοι ή ιστορικοί. Είναι αρκετό; Όχι, αν έχουν βαθιές ιδεοληψίες, είναι στενόμυαλοι, εγκλωβισμένοι στις πρακτικές του παρελθόντος γίνονται συχνά έρμαια συνδικαλιστικών φορέων και δεν είναι «ανοιχτοί» στις νέες τάσεις γύρω από τη διαχείριση του πολιτιστικού αποθέματος. Αρκεί από την άλλη πλευρά να έρθουν ξένοι αρχαιολόγοι ή μάνατζερ να αναλάβουν τα ελληνικά μουσεία; Η απάντηση είναι ξανά αρνητική. Δεν αρκεί. Οι νέες ιδέες και ο αέρας ανανέωσης δεν έχουν – πάντα – «ξένο διαβατήριο». Η αντικατάσταση των διευθυντών δεν θα φέρει μόνη της αύξηση της επισκεψιμότητας, επομένως και έσοδα.

Έλληνες ή όχι, έμπνευση χρειάζεται.