Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας, ο «γεφυροποιός»

J1208x1209-50416
J1208x1209-50416

Σαν σήμερα, 17 Απριλίου του 1910 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, γεννιέται ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς της νεώτερης Ελλάδας, ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας. Πτυχιούχος της Νομικής και διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Λωζάνης στην Ελβετία, εκλέχτηκε το 1946 για πρώτη φορά βουλευτής Ιωαννίνων. Κατά την πολιτική του σταδιοδρομία διατέλεσε Υπουργός Εφοδιασμού, Εθνικής Οικονομίας, Εμπορίου, Γεωργίας, Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας.

Διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο, ως Υπουργός Εξωτερικών, ιδιαίτερα στις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου με θέμα την ίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας και στη Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδας – ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία η χώρα κατέστη το πρώτο συνδεδεμένο κράτος με την ευρωπαϊκή κοινότητα. Το 1981 εκλέχτηκε αρχηγός του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και από το 1984 ψηφίστηκε επίτιμος πρόεδρός της, ενώ η Οργάνωση Νέων Νέας Δημοκρατίας έζησε ορισμένες από τις πιο ένδοξες μέρες της, επί αρχηγίας του. Δεν είναι λίγοι οι σημερινοί πολιτικοί, οι οποίοι τον θεωρούσαν πολιτικό τους μέντορα, όπως ο Αντώνης Σαμαράς, ο Βασίλης Μιχαλολιάκος, η Μαριέττα Γιαννάκου, ο Κώστας Τασούλας, κ.α.

Κάθε ηγέτης, για να θεωρείται μεγάλος, θα πρέπει να έχει αποδείξει τον εαυτό του σε τρεις βασικούς τομείς. Κοινωνική καταξίωση, πολεμικά κατορθώματα και μυθιστορηματική ζωή. Το παραπάνω σύντομο βιογραφικό μπορεί να φανερώνει πολλά για την πολύπλευρη πολιτική δράση του Ε. Αβέρωφ που τον καταξίωσε κοινωνικά, αλλά είναι οι άλλοι δύο τομείς που τον ανέδειξαν σε ηγετική φυσιογνωμία στα μάτια των Ελλήνων.

Γιος του Βουλευτή και κτηματία Αναστάσιου Αβέρωφ, μεγαλώνει στα κτήματα του πατέρα του, καλλιεργώντας ο ίδιος τη γη μαζί με τους εργάτες, μέχρι την στιγμή που αποφασίστηκε η μετεγκατάστασή της οικογένειας στην Αθήνα. Αν και ο πατέρας του υπήρξε σφόδρα αντιβενιζελιστής, ο Ευάγγελος επισκέπτεται συχνά το σπίτι του θείου του Γεωργίου, βουλευτή του Βενιζέλου, όπου έρχεται σε επαφή με σημαίνοντα στελέχη της πολιτικής ζωής της εποχής, όπως τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου της Δημοκρατικής Ένωσης, στη νεολαία της οποίας γράφεται μέλος τον Ιούνιο του 1922.

Η ασθένεια της φυματίωσης θα τον ταλαιπωρήσει από το 1925 έως το 1927.

«Τρία χρόνια γεμάτα στέρηση, πίκρα και απογοήτευση. Και έτσι μπορώ να πω ότι δεν ξεκίνησα με όνειρα στη ζωή, αλλά ξεκίνησα με μοναδικό όνειρο την επιβίωση!» θα πει αργότερα σε συνέντευξη του ο Ε. Αβέρωφ.

Κατά τον ελληνό – ιταλικό πόλεμο το 1940 δηλώνει εθελοντής και υπηρετεί σε μια μικρή ομάδα δολιοφθορών, υπό τον ταγματάρχη Πυροβολικού Αχιλλέα Καράκαλο. Αυτή η ομάδα είχε εξοπλιστεί από τους Συμμάχους με τα πιο σύγχρονα εκρηκτικά και εμπρηστικά μηχανήματα και είχε ως αποστολή να στρατολογεί τους πιο κατάλληλους ανθρώπους και να τους προωθεί πίσω από τις ιταλικές γραμμές, για να κάνουν καταστροφές.

Το 1942 συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς στη Λάρισα και φυλακίζεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης «Φεραμόντι ντι Τάρσια» στην Ιταλία. Ένα χρόνο μετά καταφέρνει να δραπετεύσει και αντί να παρατήσει τον αγώνα και να υποταχθεί στην μοίρα του, παραμένει στην Ιταλία ως επικεφαλής ελληνικής αντιστασιακής οργάνωσης, με ονομασία «Ελευθερία ή Θάνατος».

«Στη Ρώμη, άρχισα να κινούμαι. Είχα ψεύτικα χαρτιά. Με έβαλαν σε επαφή με τη μυστική οργάνωση «Ντεμοκρατία Κριστιάνα». Η «Ντεμοκρατία Κριστιάνα» με έβαλε και συνεργάστηκα με τον παράνομο μηχανισμό της και μ’ εκείνο των κομμουνιστών. Σιγά σιγά, ύστερα, με Έλληνες, οργάνωσα τη δραπέτευση 200 Ελλήνων αξιωματικών. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός είναι το ότι φέραμε στο Βατικανό, στους Άγγλους, τα στοιχεία για τις οχυρώσεις της «γραμμής των Απεννίνων», που ήταν μια νέα γραμμή αμύνης την οποία ετοίμαζαν οι Γερμανοί στα Απέννινα, πολύ βορείως της Ρώμης. Αυτά, λοιπόν, τα στοιχεία, ταξιδεύοντας με πλαστά χαρτιά, κατορθώσαμε και τα φέραμε. Αυτά είναι γεγονότα τα οποία έχουν μνημονευθεί σε δύο – τρία αγγλικά βιβλία, μερικών που υπηρέτησαν εκεί, οι οποίοι μας περιγράφουν, τον Μελετίου και εμένα, ως απολύτως τρελούς, διότι είχαμε την τρέλα να ταξιδεύουμε ακόμα και με φωτογραφική μηχανή! Φυσικά, δεν λένε ότι ήταν φωτογραφική μηχανή από εκείνες τις μικρές, που είναι σαν επίμηκες κουτάκι τσιγάρα, ήταν μηχανές κατασκοπείας», θα πει σε συνέντευξή του για τα πεπραγμένα εκείνης της περιόδου, χρόνια αργότερα.

Όταν απελευθερώθηκε η Ρώμη, η Ελληνική Κυβέρνηση του προτείνει να παραμείνει στην Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή της Ρώμης, διότι γνώριζε τον τόπο και την ιταλική γλώσσα. Έτσι το 1944 επιστρατεύεται με τον βαθμό του Επίκουρου Υποπλοιάρχου υπηρετώντας μέχρι το τέλος του πολέμου στην Ρώμη. Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το ποια υπήρξε η μεγαλύτερη στιγμή στην ζωή του, απαντάει «ήταν η εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Διότι εκεί ήταν η περίοδος κατά την οποία νομίζω ότι σχεδόν αισθάνθηκα να βγαίνω από τον χαρακτήρα μου, να βγαίνω από το πνεύμα μου γενικώς, να αλλάζω έντονα, πράγμα το οποίο δύσκολα μπορώ να πω για άλλες στιγμές».

Στο διάστημα 1967-1973 προσπαθεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις ανάμεσα στο στρατιωτικό καθεστώς και τον πολιτικό κόσμο και γι’ αυτό έλαβε το προσωνύμιο «γεφυροποιός». Αγωνίζεται με νόμιμα και παράνομα μέσα για την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας και φυλακίστηκε για την δράση του αυτή, ενώ το 1973 πήρε μέρος στο Κίνημα του Ναυτικού. Όλα αυτά τα χρόνια είχε τακτική επικοινωνία με τον εξόριστο τότε στο Παρίσι Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον οποίο κρατούσε ενήμερο για όλες τις πολιτικές εξελίξεις.

Όντας Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας ύψωσε το ανάστημα του και προώθησε τα συμφέροντα της Ελλάδος σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν δίστασε να έρθει αντιμέτωπος με τον ηγέτη της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης Νικήτα Χρουστσώφ, σε συνεδρίαση των Ηνωμένων Εθνών. Λίγο μετά το επεισόδιο ο Χρουστσώφ, εντυπωσιασμένος από το θράσος του υπουργού Εξωτερικών μιας τόσο μικρής χώρας, ζήτησε να γνωρίσει τον Ε. Αβέρωφ ιδιαιτέρως.

Ασχολήθηκε με τη συγγραφή μυθιστορημάτων, διηγημάτων, θεατρικών έργων, δοκιμίων και ιστορικών αναλύσεων. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και απέσπασαν διεθνείς αναγνωρίσεις και βραβεία, όπως το Χρυσό Μετάλλιο της Γαλλικής Ακαδημίας (1974), το λογοτεχνικό βραβείο Ακρόπολις (1978) κ.α. Το βιβλίο του «Φωτιά και Τσεκούρι» χαρακτηρίστηκε από τον Αρχηγό του Δ.Σ.Ε. Μάρκο Βαφειάδη, ως το «μόνο αντικειμενικό βιβλίο» που γράφτηκε για την περίοδο 1944-49 του συμμοριτοπολέμου.

Η μεγάλη του αγάπη υπήρξε η γη. «Διότι, όταν καλλιεργείς τη γη, μιλάς με τον Θεό! Αυτό το μυστήριο, το να βάζεις ένα σπυρί στη γη και από εκεί να μεγαλώνει σιγά σιγά και να γίνεται καρπός, που είναι μυστήριο άλυτο, είναι μια συνομιλία με τον Θεό». Στον θεσσαλικό κάμπο, σε έκταση 200 στρεμμάτων φύτεψε 4.000 αμυγδαλιές και άλλα 10.000 δέντρα, καλλωπιστικά, καρποφόρα κλπ. «Λοιπόν στις 4.000 αυτές αμυγδαλιές το σχήμα τους το έχω δώσει εγώ. Διότι το δέντρο, όταν στην πρώτη – δεύτερη χρονιά αρχίζει να βγάζει τα κλαριά, το κλαδεύεις, και αυτό το κλάδεμα καθορίζει το σχήμα που θα πάρει. Λοιπόν, το να ξέρεις ότι σε κάθε δέντρο εσύ, με τα χέρια σου, με τη σκέψη σου, όρισες το σχήμα που θα πάρει, αυτό είναι μια μυστική συνεχής συνομιλία με τη φύση, με το θαύμα. Και πρέπει να σου πω ότι πραγματικά περισσότερο από όλα με συγκινεί η γεωργία».

Επένδυσε στην τοπική αμπελουργία καλλιεργώντας τον εγκαταλειμμένο αμπελώνα του Μετσόβου και δημιουργώντας μια από τις πιο σύγχρονες οινοποιητικές μονάδες, για την εποχή. Για τους κατοίκους του Μετσόβου, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, αποτελεί τον τελευταίο εκπρόσωπο της μεγάλης παράδοσης των τοπικών ευεργετών. Πρωτοστάτησε στην δημιουργία του Ιδρύματος Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα, το οποίο διεύθυνε επί 40 χρόνια συμβάλλοντας καθοριστικά στη σύγχρονη ανάπτυξη του οικισμού. Εκπληρώνοντας την επιθυμία του Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα, να φέρει ο εκάστοτε πρόεδρός του Ιδρύματος το οικογενειακό του επίθετο, έφερε έκτοτε και το επίθετο Τοσίτσας.

Μπορεί πολλές φορές να φαινόταν πεισματάρης και απόλυτος, μα ήταν πάντοτε πρόθυμος να συμβιβαστεί, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν! Όταν το καλό της χώρας το απαιτούσε! Συχνά πρότεινε «γέφυρες», μα ήταν πάντοτε έτοιμος για κινήματα. Άκουσε ουκ ολίγες φορές να τον αποκαλούν «φασίστα» και ας είχε υπάρξει κρατούμενος σε φασιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, στην Ιταλία. Έριξε «γέφυρες» προς τη δικτατορία, για να βρεθεί, τελικά, κρατούμενος της ΕΑΤ/ΕΣΑ.

Ποιος μπορεί να λησμονήσει τον μεγαλειώδη λόγο του στο Κοινοβούλιο, τον Αύγουστο του 1982, στη συζήτηση του νομοσχεδίου για την Εθνική Αντίσταση, απαντώντας στις μεθοδεύσεις του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, για την μονομερή αναγνώριση των ηρώων εκείνης της περιόδου. «Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει στην ανάγκη της ενότητος του Έθνους. […] Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από Λήθη. Μια Λήθη που έρχεται σταδιακά και παραδίδει εποχές ολόκληρες στην ιστορία για να τις κρίνει. Λήθη που επέρχεται μόνη της, ανθρώπινα, χωρίς ξεσπάσματα και αδικαιολόγητες προκλήσεις. Αυτή είναι η λήθη, που επιβάλει η Ιστορία ενός Έθνους. Αυτή είναι η λήθη, που επιβάλλεται για την ενότητα ενός Έθνους».

Πέθανε στις 2 Ιανουαρίου του 1990. Η οικουμενική κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα, για να τον τιμήσει, πρότεινε να κηδευτεί δημοσία δαπάνη και με τιμές εν ενεργεία Πρωθυπουργού. Η οικογένειά του ευχαρίστησε την κυβέρνηση, αλλά δήλωσε πως επιθυμία του ήταν μια λιτή και απέριττη ταφή, όπως ακριβώς ήταν και η ζωή του.

Τα λίγα λόγια που έγραψα παραπάνω, δεν αρκούν να περιγράψουν την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία του μεγάλου ευπατρίδη πολιτικού Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα. Μακάρι οι σύγχρονοι πολιτικοί να πάρουν λίγη από την αίγλη του και να παραδειγματιστούν από τον πολιτικό του βίο. Ας είναι απαλό το χώμα που τον σκεπάζει…