Γαλλική μάχη – Ελληνικά κέρδη

municipales_2014_france
Γαλλικές ΕκλογέςΓαλλικές Εκλογές

ΓΑΛΛΙΑ – Όπως κάποιοι από εσάς φαντάζομαι ήδη γνωρίζετε, τη Κυριακή 30 Μαρτίου ολοκληρώθηκε ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών στη Γαλλία. Μια εκλογική διαδικασία που σφράγισε με τον πλέον επίσημο τρόπο, τις γενικότερες προβλέψεις που έδειχναν εδώ και μήνες άνοδο της άκρας δεξιάς μα και σημαντικές απώλειες για το κυβερνών κόμμα των Σοσιαλιστών.

Διεξήχθη λοιπόν η εκλογική αυτή μάχη στη Γαλλία και τα αποτελέσματά της έφεραν ήδη «αλλαγές». Έτσι, μόλις μια μέρα μετά ο Πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης που έφτασε μέχρι και την αντικατάσταση του πρωθυπουργού. Και η απορία είναι ξεκάθαρη: πρόλαβαν να αναλύσουν τα λάθη τους ή τα ήξεραν από καιρό αλλά αδρανούσαν;

Η απάντηση είναι προφανής και αποτελεί την αιτία που επέλεξα να αναφερθώ στη «Γαλλική μάχη». Γιατί μπορεί οι αυτοδιοικητικές στη Γαλλία να ολοκληρώθηκαν, στην Ελλάδα όμως πλησιάζουν. Καλό είναι λοιπόν κατά τη γνώμη μου, να ρίχνουμε και μια ματιά στο τι συμβαίνει γύρω μας και να εξάγουμε συμπεράσματα που αν μη τι άλλο μπορούν να μας βοηθήσουν στο να βελτιωθούμε. Έτσι μπορούν να προκύψουν και «ελληνικά κέρδη».

Η σαφώς ενισχυμένη άκρα δεξιά (FN) της Μαρί Λεπέν, εμφανίζεται ως νικητής της διαδικασίας κλέβοντας τις εντυπώσεις

Τι είδαμε στη Γαλλία; Καταρχάς πως υπερίσχυσε και πάλι η νοοτροπία των κομματικών διαχωριστικών γραμμών. Σχεδόν όλοι τόνισαν πως η ενίσχυση των υποψηφίων τους σήμαινε και ενίσχυση της κομματικής ιδεολογίας. Η σαφώς ενισχυμένη άκρα δεξιά (FN) της Μαρί Λεπέν, εμφανίζεται ως νικητής της διαδικασίας κλέβοντας τις εντυπώσεις, καθώς παρότι δεν είχε υποψηφίους παντού, εξέλεξε δέκα δημάρχους και ρεκόρ δημοτικών συμβούλων. Οι εκλογικές μάχες που έφτασαν μέχρι και τη δεύτερη Κυριακή ήταν ακόμα περισσότερες και ο λόγος που δεν υπήρξαν περισσότεροι δήμαρχοι της ακροδεξιάς, είναι πως οι ψηφοφόροι «συμμάχησαν» με τον αντίπαλο υποψήφιο, είτε ήταν κεντροδεξιός είτε σοσιαλιστής για να αποφύγουν μια τέτοια εξέλιξη.

Η συνεχιζόμενη αν όχι εντεινόμενη κομματικοποίηση των αυτοδιοικητικών, επέτρεψε λοιπόν στην Μαρί Λεπέν, να κερδίσει προβολή και στην τελική να φαντάζει ως ένα ακόμα πιο ενισχυμένο φαβορί για τις ευρωεκλογές που ακολουθούν. Με άλλα λόγια, η ακροδεξιά έχει τώρα την ευκαιρία να εδραιώσει τα εκλογικά κέρδη και να προβάλει περαιτέρω την ευρωσκεπτικιστική θέση της.

Στην αντίθετη πλευρά το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) υπέστει πραγματική ήττα, καταγράφοντας σε επιμέρους σημεία ιστορικά απογοητευτικές επιδόσεις. Η οριακή νίκη της υποψήφιας του στην πρωτεύουσα, δεν μπορεί καν να χρυσώσει το χάπι. Οι παριζιάνοι φάνηκε πως ποσοτικά ενίσχυσαν περισσότερο τους κεντροδεξιούς υποψήφιους και πως η νίκη της σοσιαλίστριας Ιντάλγκο, ήρθε μονάχα λόγω του συστήματος εκλογής δημάρχου στον μητροπολιτικό δήμο του Παρισιού. Η ίδια μάλιστα, έχασε στο 15ο διαμέρισμα που ήταν υποψήφια. Κι έτσι ξέμεινε ο σοσιαλιστής Πρόεδρος Ολάντ με μια πικρή ήττα που δύσκολα κανείς διαχειρίζεται. Και η επιλογή ήταν να διώξει τον πρωθυπουργό του και να ανασχηματίσει την κυβέρνηση, θέλοντας να διώξει από πάνω του μερίδιο ευθύνης.

Όμως δυστυχώς για εκείνον, η ήττα δεν είναι τυχαίο γεγονός. ’Ηταν αποτέλεσμα των σοβαρών λαθών και των «αλλαγών επί των αλλάγων» που προέβει η κυβέρνηση του Γάλλου προέδρου στην προσπάθειά της να ισορροπήσει ανάμεσα στις προεκλογικές εξαγγελίες και στην πραγματικότητα. Αν προσθέσει κανείς και τις εξαιρετικά δυσφημιστικές αποκαλύψεις (με βάση τη γαλλική κουλτούρα) για την προσωπική του ζωή, καταλαβαίνουμε πως οι αιτίες ήταν γνωστές. Είναι λοιπόν λογικό η άμεση απόφαση για ανασχηματισμό να μεταφράζεται ως επικοινωνιακή και πρόχειρη.

Και από την άλλη υπάρχει η γαλλική κεντροδεξιά (UMP), η οποία ακόμα δεν έχει βρει ισχυρό και αντιπροσωπευτικό βηματισμό σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, μετά την αποχώρηση του πρώην Προέδρου Σαρκοζί. Παρόλα αυτά κατάφερε να βγει νικήτρια στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Η χαλαρή κεντρική καθοδήγηση μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι τελικώς ενίσχυσε την τοπική πρωτοβουλία των υποψηφίων, καθότι τα στοιχεία δείχνουν βελτίωση των δυνάμεων του κεντροδέξιου συνασπισμού και ποσοτικά και ποιοτικά.

Και κάπου εδώ είναι που πιστεύω πως θα πρέπει να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας και να τα συσχετίσουμε με την Ελλάδα. Γιατί έχουμε την τάση να φωνασκούμε μηδενίζοντας τα πάντα και να παραβλέπουμε να συγκρίνουμε νηφάλια άλλα παραδείγματα γύρω μας. Θέλω να μας δω να ξεφεύγουμε από τη νοοτροπία του μηδενισμού και της απολυτότητας για το κάθε τι και κυρίως για την πολιτική.

Γιατί λοιπόν να θεωρούμε πως «είμαστε πίσω» σε πολιτική ωριμότητα; Γιατί να μην αναγνωρίσουμε την προσπάθεια που έγινε από μέρος του πολιτικού κόσμου να απεγκλωβίσουμε τις αυτοδιοικητικές από τα κομματικά όρια; Το παράδειγμα των γαλλικών αυτοδιοικητικών εκλογών, μόνο πιο σοφούς μπορεί να μας κάνει.

Τα κέρδη από την ενίσχυση των διαδικασιών σε τοπικό επίπεδο είναι πολλάπλα. Περισσότεροι ενεργοί πολίτες, ουσιαστικές προτάσεις και προγράμματα με ξεκάθαρο αυτοδιοικητικό πρόσημο. Επιπρόσθετα, περιορισμός των ακραίων ρητορικών και υποψηφίων. Γιατί λόγο ψυχολογίας και νοοτροπίας, αλλιώς αντιδρούμε σκεπτόμενοι γενικώς τους πολιτικούς και αλλιώς αυτόν που εκπροσωπεί τη γειτονιά μας σε ένα δήμο. Το νιώθουμε πιο κοντά μας και άρα το ζυγίζουμε πιο νηφάλια.

Ένα άλλο επίσης σημαντικό συμπέρασμα είναι η ευρωσκεπτικιστική στροφή μέρους των πολιτών. Αντί λοιπόν να βγουν με προτάσεις τα κόμματα που στηρίζουν την ευρωπαϊκή ιδέα, έτσι ώστε να αναγνωρίσουν τα προβλήματα και να προωθήσουν λύσεις, αρκέστηκαν είτε να μην ασχολούνται με τους ακροδεξιούς σκεπτικιστές είτε απλά να τους καταγγέλουν. Χρειάζεται όμως κάτι παραπάνω από μια απλή καταγγελία αγαπητοί. Χρειάζεται να αναγνωριστούν με τόλμη λάθη είτε σχεδιασμού είτε κουλτούρας και να προωθηθούν ξεκάθαρες λύσεις.

Στην Ελλάδα, θα πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί και να μη λησμονήσουμε να απαντήσουμε με προτάσεις και τόλμη στον ευρωσκεπτικισμό, καθώς η σύμπτωση των εκλογικών ημερομηνιών δεν επιτρέπει «λάθη».

Και ενώ στη Γαλλία τα αυτοδιοικητικά εκλογικά αποτελέσματα έδειξαν πως η μέχρι τώρα αντιμετώπιση του ευρωσκεπτικισμού δεν υπήρξε επιτυχής, υπάρχει ευκαιρία βελτίωσης μέχρι τις ευρωεκλογές του Μαΐου. Αντιθέτως στην Ελλάδα, θα πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί και να μη λησμονήσουμε να απαντήσουμε με προτάσεις και τόλμη στον ευρωσκεπτικισμό, καθώς η σύμπτωση των εκλογικών ημερομηνιών δεν επιτρέπει «λάθη».