Η αναδυόμενη ενεργειακή διπλωματία

Για όλα τα κράτη του κόσμου, η ενέργεια αποτελεί βασική προϋπόθεση για την κάλυψη ανθρώπινων στοιχειωδών αναγκών. Ο ρόλος της ενέργειας στην άσκηση της διπλωματίας τόσο των πλούσιων, όσο και των φτωχών σε φυσικούς πόρους κρατών, είναι καταλυτικός. Έτσι, οι χώρες που συντελούν στην διασφάλιση συνεχούς ροής ενέργειας, είτε πρόκειται για κόμβους μεταφοράς, είτε γι αυτές που κατέχουν μεγάλα αποθέματα, αξιοποιούν δυναμικά αυτό το πλεονέκτημα, προς όφελος τους.

Αποτελεί γεγονός ότι πάνω από το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο καταναλώνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, την ίδια στιγμή που ο πληθυσμός της, αποτελεί μόλις το 5% του πληθυσμού της γης.

Με την διαπίστωση αυτή, φανερώνεται πολύ γλαφυρά η ισχυρή εξάρτυση της χώρας αυτής, από την ενέργεια. Κατ’ αντιστοιχία, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται και αυτή σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ενέργεια, καθώς αποτελείται στην πλειονότητας της από ανεπτυγμένα κράτη, με ιδιαίτερα εξελιγμένο τον βιομηχανικό τους τομέα.
Σύμφωνα με τον William W. Hogan, καθηγητή παγκόσμιας ενεργειακής πολιτικής στο John F. Kennedy School of Government, «η εξάρτηση για οποιοδήποτε κράτος – καταναλωτή μπορεί να καθορισθεί ως η κατάσταση κατά την οποία, η χώρα αυτή δεν έχει τη δυνατότητα να παράγει το 100% των αναγκών της». Κατανοούμε λοιπόν, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών εξαρτάται στενά από τις εισαγωγές ενός ευρέως φάσματος προϊόντων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών.
Ως συνεπακόλουθο των παραπάνω, η ενέργεια, ιδιαίτερα μέσω της επίδρασής της στην οικονομία επηρεάζει σημαντικά την ασκούμενη από τα κράτη, εξωτερική πολιτική και κατά συνέπεια τις σχέσεις των κρατών στο διεθνές σύστημα. Άλλωστε αυτό γίνεται φανερό και από την ομιλία της Υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Condoleezza Rice, , στην Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας το 2006, η οποία μεταξύ των άλλων ανέφερε: «Πρέπει οπωσδήποτε να κάνουμε κάτι για το πρόβλημα της ενέργειας. Μπορώ να σας πω ότι τίποτε δεν με έχει ξαφνιάσει τόσο, ως Υπουργό Εξωτερικών, όσο ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική της ενέργειας παραμορφώνει τη διπλωματία σε όλο τον κόσμο. Έχει δώσει εξαιρετική ισχύ σε μερικά κράτη, τα οποία χρησιμοποιούν αυτή την ισχύ με όχι τόσο καλούς για το διεθνές σύστημα τρόπους, κράτη τα οποία σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν ελάχιστη ισχύ.»
Λαμβάνοντας υπόψη την μεγάλη εξάρτηση των αναπτυγμένων κρατών από την ενέργεια, αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά η διαχρονικότητα όσων υποστήριζε ο πατέρας της γεωπολιτικής, Sir Halford Mackinder, ο οποίος στις αρχές του εικοστού αιώνα έθεσε το παρακάτω αξίωμα: «Αυτός που ελέγχει την Ανατολική Ευρώπη ελέγχει την καρδιά της γης (Heartland). Αυτός που ελέγχει την Καρδιά της γης, ελέγχει την Παγκόσμιο Νήσο (World – Island). Αυτός που ελέγχει την Παγκόσμιο Νήσο, ελέγχει τον κόσμο όλο.»
Κατά το παρελθόν τόσο η Ρωσία, όσο και η Γερμανία έκαναν τεράστιες προσπάθειες για να ελέγξουν την Καρδιά της γης (Ευρασία). Η μεν Ρωσία μέσω της στρατηγικής απόκτησης των Βαλτικών κρατών και της δημιουργίας της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, η δε Γερμανία μέσω των επιδιώξεών της για υπερεπέκταση, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου.
Η θεωρία του Mackinder επιβεβαιώνεται σήμερα, ενώ οι απόψεις του έχουν αντέξει στην φθορά του χρόνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι παρακάτω φράσεις, που έγραψε πριν από εκατό περίπου χρόνια και παραμένουν επίκαιρες στη σημερινή εποχή: «Οι μεγάλοι πόλεμοι της ιστορίας είναι το αποτέλεσμα, άμεσο ή έμμεσο, της άνισης ανάπτυξης των κρατών και αυτή η άνιση ανάπτυξη, σε μεγάλο βαθμό, είναι το αποτέλεσμα της ανομοιογενούς κατανομής της ευφορίας και της στρατηγικής ευκαιρίας πάνω στην υδρόγειο. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτές τις γεωπολιτικές πραγματικότητες και να κάνουμε τα κατάλληλα βήματα για να αντιμετωπίσουμε την επιρροή τους.»
Με πιο απλά λόγια, αυτός που ελέγχει τον ενεργειακό εφοδιασμό των κρατών, συσσωρεύει ισχύ, καθιστώντας τον εαυτό του, κυρίαρχο παίκτη της παγκόσμιας οικονομίας.