Η φύση και τα (πραγματικά) αίτια του αμερικανικού εμφυλίου

Battle_of_Gettysburg2
Battle_of_Gettysburg2

Μία (μάλλον) νηφάλια άποψη σχετικά με την πλέον πολύνεκρη περίοδο στρατιωτικών επιχειρήσεων για την πάλαι ποτέ «Γη της Επαγγελίας».

Ο Πόλεμος μεταξύ των «Ηνωμένων» και των «Συνομόσπονδων» Πολιτειών της Αμερικής το διάστημα 1860-1865 στοιχίζει στην αντίπερα του Ατλαντικού όχθη πλέον του μισού εκατομμυρίου νεκρών και συρρίκνωση των οικονομικών μεγεθών σχεδόν στο μισό, μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια. Πρωτοποριακά όπλα συμβάλλουν στον βαθμό της καταστροφής και πολλές καινοτομίες οδηγούν τους ειδήμονες ανά τον κόσμο να τον χαρακτηρίσουν ως τον πρώτο σύγχρονο πόλεμο. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά, τα σημάδια είναι ακόμα ανιχνεύσιμα στον δυτικό κόσμο. Ας επιχειρήσουμε μια προσέγγιση στο «γιατί» και το «πώς» των γεγονότων.

Κατ’ αρχάς, αμφισβητείται (σε μικρό βέβαια βαθμό) το κατά πόσον ο χαρακτηρισμός «εμφύλιος» κρίνεται δόκιμος για να περιγράψει την σύγκρουση αυτή. Η πάντα σχηματική ελληνική γλώσσα, δημιουργεί τη λέξη αυτή από το «εν» και τη «φυλή», γεννώντας ένα επίθετο ικανό να περιγράψει κάθε τι λαμβάνει χώρα εντός μιας κοινότητας με φυλετικά χαρακτηριστικά. Η αμερικανική κοινωνία του 19ου αιώνα, σίγουρα δεν ήταν τέτοια. Στον πόλεμο αυτό, αντιπαρατίθενται ο Ουαλός Τζέφερσον Ντέηβις με τον αγγλικής καταγωγής Αβραάμ Λίνκολν, και ο Σκωτζέζος στρατηγός Οδδυσεύς Γκραντ με την επίσης αγγλική ιδιοφυϊα του στρατηγού Ρόμπερτ Λη.

Ο Πόλεμος μεταξύ των «Ηνωμένων» και των «Συνομόσπονδων» Πολιτειών της Αμερικής το διάστημα 1860-1865 στοιχίζει στην αντίπερα του Ατλαντικού όχθη πλέον του μισού εκατομμυρίου νεκρών

Υπό τις διαταγές των ανωτέρω μεγάλων ανδρών μάχονται άποικοι αγγλικής, ιρλανδικής, γερμανικής, ιταλικής, ελληνικής και κάθε άλλης ευρωπαϊκής καταγωγής, καθώς και απελευθερωμένοι Αφροαμερικανοί. Συνεπώς, εγγύτερα στη φύση της διαμάχης έρχεται ο αγγλικός όρος “civil war”. Εκ του λατινικού “civile”, ουδέτερο του “civilis”, που αποδίδεται πλήρως ως «ο αναφερόμενος στους πολίτες και τη δημοσία ζωή», η έκφραση που σε ελεύθερη μετάφραση αποδίδεται ως ο «αστικός πόλεμος» κρίνεται καταλληλότερη για να περιγράψει το είδος της πολεμικής αυτής αντιπαράθεσης. Μικρή η σημασία της ανωτέρω νύξης, διατηρούσα όμως το ενδιαφέρον της για τον άνθρωπο εκείνον που θεωρεί τη γλώσσα κάτι παραπάνω από ένα μέσο μετάδοσης σκέψεων.

Το πλέον ενδιαφέρον, βέβαια, ζήτημα των γεγονότων αυτών, όπως συβαίνει και με την συντριπτική πλειοψηφεία των ιστορικών γεγονότων είναι τα αίτια που οδήγησαν στην διάσπαση και τελικά στην ένοπλη σύγκρουση των αμερικανικών πολιτειών. Είναι πραγματικά συμπαθής η ευρέως διαδεδομένη εκδοχή ότι ο αμερικανικός εμφύλιος ξεκίνησε όταν «οι ανθρωπιστές Βόρειοι επιτέθηκαν στους απάνθρωπους Νοτίους για να ελευθερώσουν τους σκλάβους που οι τελευταίοι διατηρούσαν», αλλά αδύνατον να γίνει αποδεκτή από τον ελάχιστα υποψιασμένο μελετητή της Ιστορίας. Χρήσιμη θα φανεί μια σύντομη καταγραφή των δεδομένων που επικρατούσαν στο κράτος πριν την «καταιγίδα».

Chickamauga

Σχεδόν ταυτόχρονα με τους πρώτους Ευρωπαίους άποικους, στην αυγή του 17ου αιώνα, καταφθάνουν στην Νέα Γη καραβάνια αιχμαλωτισμένων Αφρικανών, οι οποίοι πωλούνται ως δούλοι στα κατά τόπους σκλαβοπάζαρα. Η τακτική αυτή, συνηθισμένη σε πολλά μέρη του κόσμου, γίνεται βιώμα στην προς διαμόρφωση αμερικανική εθνική συνείδηση, και πάνω σε αυτή βασίζεται η αλματώδης οικονομική ανάπτυξη των αποικιών. Τα μηδενικού κόστους εργατικά χέρια των Αφρικανών, χρησιμοποιούνται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα στις Νότιες Πολιτείες, αφού λόγω κλίματος ευνοείται η αγροτική παραγωγή και πάνω σε αυτήν βασίζεται ολόκληρη η οικονομική ζωή των νοτίων επαρχιών. Ο Βορράς λόγω ακατάλληλου κλίματος δεν μπορούσε να φιλοξενήσει τις βαμβακοφυτείες και την καπνοπαραγωγή του Νότου, οπότε εστράφη στο εμπόριο και τη βιομηχανία.

Η οικονομική αυτή διαφοροποίηση, δημιουργεί σταδιακά ένα κοινωνικό χάσμα, αδύνατον να γεφυρωθεί. Το νεαρό αμερικανικό έθνος, είναι πλέον διαχωρισμένο σε δύο απολύτως διαχωρισμένες πληθυσμιακές οντότητες, με συνεχώς διαφοροποιούμενες ιδιοσυγκρασίες, όμοια αλλά διακριτέα ήθη και έθιμα, και, αναντίρρητα, μια τροφοδοτούμενη (από τα παραπάνω) έχθρα που σιγοβράζει. Οι «ρεντνεκς» θέλουν ενδόμυχα να κυριαρχήσουν επί των «γιάνκηδων», και το αντίστροφο.

Ο εξελισσόμενος αυτός διαχωρισμός ενισχύεται κι από μία ακόμα επικρατούσα κατάσταση, που θυμίζει έντονα σημεία των καιρών μας. Οι Βόρειοι επιθυμούν περαιτέρω ενδυνάμωση των φεντεραλιστικών δεσμών της Ένωσης, ενώ οι συντηρητικοί Νότιοι είναι υπέρμαχοι της διατήρησης της διευρυμένης αυτονομίας των πολιτειών. Το εμπόριο πάλι, διαρκής ανά τους αιώνες αιτία διαμαχών, παίζει κι αυτό το ρόλο του. Οι Νότιες πολιτείες εξάγουν τα παραγόμενα προϊόντα τους στον Βορρά και στην Ευρώπη, έχοντας το μονοπώλιο. Τα βιομηχανικά προϊόντα από την άλλη, οι Νότιοι μπορούν να επιλέξουν εάν θα τα προμηθεύονται από την Ευρώπη ή από τις βόρειες πολιτείες, έχοντας έτσι πλεονέκτημα όσον αφορά στην εισροή συναλλάγματος και στον καθορισμό των ισοζυγίων.

Οι Βόρειοι επιθυμούν περαιτέρω ενδυνάμωση των φεντεραλιστικών δεσμών της Ένωσης, ενώ οι συντηρητικοί Νότιοι είναι υπέρμαχοι της διατήρησης της διευρυμένης αυτονομίας των πολιτειών

Η εκλογή του Προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, το 1860, φανατικού υπέρμαχου της πλήρους ενοποίησης των ΗΠΑ και πολεμίου των πολιτειακών αυτονομιών, είναι η «σπίθα». Εχθρός της δουλείας ο Λίνκολν, θεωρεί τους Αφρικανούς σκλάβους υποδεέστερους των Ευρωπαίων αποίκων, αλλά η ηθική και η ακεραιότητά του, καθώς και η πολιτική του οπτική τον οδηγούν να κινηθεί προς την κατάργησή της. Η αστική τάξη του Βορρά, βλέπει την εξέλιξη αυτή ως θεόσταλτη για τα συμφέροντά της, καθώς απελευθέρωση των σκλάβων του Νότου θα σήμαινε άφθονα φθηνά εργατικά χέρια για τις βιομηχανίες του Βορρά. Στην ουσία, η οικονομική ελίτ της Ένωσης έβλεπε την κατάργηση της επίσημης δουλείας σαν μια αναδιανομή των Αφρικανών δούλων μεταξύ των πολιτειών, και μια νέα σχέση εργοδοσίας πλέον, με μισθούς τόσο εξευτελιστικούς που οι μόνες διαφορές με την θεσμοθετημένη δουλεία εντοπίζονταν στο επίπεδο της ηθικής.

Οι Νότιες πολιτείες αποσχίζονται, και δημιουργούν την Συνομοσπονδία Πολιτειών της Αμερικής, με το μοντέλο που οι ίδιοι επιθυμούσαν και τις ΗΠΑ. Δημιούργησαν μια χαλαρή ομοσπονδία, με τις περισσότερες εκτελεστικές και νομοθετικές αρμοδιότητες να παραμένουν στις κατά τόπους πολιτείες. Με μία κίνηση που προκαλεί ακόμα πολλά ερωτηματικά, οι Νότιοι επιτίθενται πρώτοι σε φρούρια της νεοσχηματισθείσας μεθορίου.

Είναι λιγότεροι από τους Βόρειους και έχουν σίγουρα λιγότερο οπλισμό. Είναι όμως πιο σκληροτράχηλοι και πολεμοχαρείς, όπως είναι φυσιολογικό. Είναι αγροτόπαιδα, και πολεμούν με τέκνα εμπόρων και βιομηχάνων του πρώιμου αστικού βορρά.

Ο Λίνκολν απελευθερώνει τους Αφρικανούς στις περισσότερες πολιτείες της Ένωσης που δεν το έχουν πράξει, ενδυναμώνοντας περαιτέρω το στράτευμά του. Ταυτόχρονα, δράττεται της ευκαιρίας να παρουσιάσει τον πόλεμο σύγκρουσης κοσμοθεωριών και οικονομικών συμφερόντων που λαμβάνει χώρα ως μια ευγενή σταυροφορία κατά της δουλείας, και ως τρανός ρήτορας και πολιτικός το καταφέρνει. Εμπνέει έτσι τους Αφροαμερικανούς της Ένωσης, αλλά και την ευγενή νεολαία του βορρά, να αγωνιστεί για τον ιερό αυτό σκοπό.

Tο “Sic semper tyrannis” που κραύγασε μετά την δολοφονία αντηχεί στην εποχή μας ειρωνικό, και μας υπενθυμίζει ότι ο εκάστοτε χαρακτηρισμός αξιολογείται ανάλογα με τον άνθρωπο που τον εκτοξεύει…

Κάπως έτσι και μετά από πολύ προσπάθεια, αλλαγές στρατιωτικής ηγεσίας που κατέληξαν στον Στρατηγό Γκραντ και με την πάροδο 4 ετών αιματοχυσίας, καταφέρνει το 1865 να κάμψει την αντίσταση του Στρατηγού Λη. Η δουλεία καταργείται πλήρως μέσω τροποποιήσεως του Συντάγματος των ΗΠΑ, ως πραγματοποίηση του «σκοπού» του πολέμου και προς εξαργύρωση της προσφοράς των Αφροαμερικανών στον πόλεμο, στο πλευρό των Βορείων. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο βέβαια, ο απάνθρωπος αυτός θεσμός καταργείται και εκατομμύρια άνθρωποι αναπνέουν ελεύθεροι στον Νέο Κόσμο. Πολλά χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι αφροαμερικανός, προς απογοήτευσιν των υποστηρικτών του Λίνκολν που μέχρι την δολοφονία του υπογράμμιζε ότι δεν πρέπει να συγχέεται η ελευθερία των μαύρων με την ισότητά τους με τους λευκούς, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν «αφύσικο και αδύνατο», μια άποψη αποδεκτή για την εποχή της αλλά πλήρως ανάρμοστη για τα σημερινά δεδομένα.

Βέβαια, ο φανατικός υποστηρικτής του αναχρονιστικού θεσμού, John Booth, μάλλον δεν δολοφόνησε για αυτό το λόγο τον Πρόεδρο Λίνκολν λίγες μέρες μετά την παράδοση της Συνομοσπονδίας. Ο θύτης της συνομωσίας αυτής επιθυμούσε σίγουρα λιγότερη έως καθόλου ελευθερία για τους Αφροαμερικανούς και πλέον συμπολίτες του. Το γεγονός αυτό βέβαια, κάνει το “Sic semper tyrannis” που κραύγασε μετά την δολοφονία να αντηχεί στην εποχή μας ειρωνικό, και να μας υπενθυμίζει ότι ο εκάστοτε χαρακτηρισμός αξιολογείται ανάλογα με τον άνθρωπο που τον εκτοξεύει…