Μηνύματα και ερωτήματα της κάλπης

© flickr: George© flickr: George

Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε καθαρή νίκη στις εκλογές, πιο καθαρή από της ΝΔ το 2012, με τις επαναληπτικές εκλογές, που έφεραν τη συγκυβέρνηση «άλλοθι» με ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ. «Άλλοθι» για να μπορέσει ο ιστορικός του μέλλοντος να «δικαιολογήσει» γιατί δεν έγινε εξεταστική για τα μνημόνια, γιατί δεν προχώρησε η ΑΟΖ, γιατί ξεχάστηκαν τα «Ζάππεια», γιατί δεν ξεκίνησε η Συνταγματική Αναθεώρηση.

Δυστυχώς, δύσκολα θα απαντηθούν βασικά ερωτήματα της ιστορίας της κρίσης. Υπήρχε άλλη λύση; Διογκώθηκε το έλλειμμα το 2009; Υπήρχαν σκοπιμότητες; Αν ο Σαμαράς την επομένη των «Ζαππείων» γινόταν πρωθυπουργός, θα τα υλοποιούσε; Πόσο αδύνατο ήταν παράλληλα με την οικονομική ατζέντα να προωθήσει πολιτικά οράματα δεκαετιών; Πόσες υποχωρήσεις μπορούσαν να μη γίνουν τα προηγούμενα χρόνια από τις 3 μνημονιακές κυβερνήσεις; Και το σημερινό μεγάλο ερώτημα, εκτυλίσσεται σύγκρουση για την εθνική αξιοπρέπεια ή απλά εκτονώνεται επικοινωνιακά η λαϊκή οργή και θεμελιώνεται η εμπιστοσύνη στη νέα κυβέρνηση, μέχρι να αρχίσουν ήδη συμφωνημένες κωλοτούμπες υπό νέες θεσμικές ονομασίες των μνημονίων και της τρόικας; Ίσως η ιστορία να δώσει κάποτε απαντήσεις.

Προς το παρόν υπάρχει ένα σαφές εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά με πολλά μηνύματα προς τους δύο βασικούς «μονομάχους».

Οι εκλογές αυτές δεν αποτύπωσαν κομματικά, ούτε ιδεολογικά ποσοστά. Η Ελλάδα και αυτή τη φορά, κινήθηκε κυρίως στο δίλημμα μνημόνιο – αντιμνημόνιο. Κατά βάθος όλοι οι Έλληνες είναι «αντιμνημόνιο». Αυτό που διαφέρει είναι η προσέγγιση αιτιών, αποτελέσματος και λύσεων, υπό το πρίσμα της οικονομικής αβεβαιότητας σε εθνικό επίπεδο, σε συνδυασμό με την αξιοπιστία ή επικινδυνότητα της εναλλακτικής επιλογής.

Ο οικονομικός βιασμός της μεσαίας τάξης δεν αμφισβητείται, ακόμα και από τους «μνημονιακότερους». Κοινός παρονομαστής ήταν ότι η κοινωνία δεν αντέχει άλλη λιτότητα. Οι Έλληνες έριξαν το βιοτικό τους επίπεδο, συχνά κάτω από τα όρια της αξιοπρέπειας, ενώ σε φορολογικό και ασφαλιστικό επίπεδο όσοι ήταν νοικοκύρηδες, συνεπείς και έντιμοι αντιμετωπίστηκαν από το κράτος ως κορόιδα. Η κοινωνία είχε ξεπεράσει τις κόκκινες γραμμές της κι έτσι, ενώ τα σημάδια ανάκαμψης, διαπραγματευτικά όπλα σήμερα που δεν υπήρχαν το 2012, αναγνωρίστηκαν, η οργή για τις μεθόδους παρέμεινε.

Όσοι έγειραν τη ζυγαριά προς την οργή, αποφάσισαν έστω και με ενδοιασμούς να δώσουν την ευκαιρία στο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ όσοι την έγειραν προς το φόβο μιας εκτροπής, στράφηκαν έστω και με ενδοιασμούς στη ΝΔ. Τα ποσοστά κατά συνέπεια, δεν αντιπροσωπεύουν το «οπαδικό» ρεύμα, την καθαρή βάση κάθε κόμματος και σε καμία περίπτωση δεν αποτυπώνουν ιδεολογικές απηχήσεις!

Το μήνυμα προς το ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η καθαρή λαϊκή εντολή έχει κυρίως οικονομική διάσταση, προέκυψε υπό συνθήκες και κατά συνέπεια τάσεις προώθησης ιδεολογικών απωθημένων εκ μέρους  συνιστωσών θα βρουν την κοινωνία απέναντι. Τέτοιες τάσεις υπάρχουν ως δηλωμένες απόψεις παλιών στελεχών, σημερινών Υπουργών και προβληματίζουν. Κατάργηση παρελάσεων, φαινόμενα «Ρεπούση» σε ιστορικά θέματα, απαγόρευση θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία, υποχωρήσεις στα εθνικά θέματα, αδρανοποίηση της αστυνομίας, πολιτικές ξέφραγου αμπελιού στο μεταναστευτικό, κρατισμός, επαναφορά του κακού συνδικαλισμού των μειοψηφιών και των διασυνδέσεων, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα, που μάλιστα επέδρασαν ανασταλτικά στην καθολική διείσδυση του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία. Κατά πολλούς του στέρησαν την αυτοδυναμία.

Μέσα λοιπόν στο σχεδόν αυτοδύναμο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μια τεράστια μερίδα του εκλογικού σώματος που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό και δύσκολα θα ανεχτεί ιδεολογικούς «τσαμπουκάδες», εκτός από τους οικονομικούς, που πλειοψηφικά κρίθηκαν απαραίτητοι με το όποιο ρίσκο και έχουν τους πολίτες κάθε πολιτικής απόχρωσης συμμάχους. Οι ίδιοι πολίτες σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίζουν ότι ο Αντώνης Σαμαράς ανέλαβε μια κατάσταση χρεοκοπίας που δεν επέτρεπε ελιγμούς, που σήμερα είναι εφικτοί. Προτάσσοντας τα κοινωνικά κριτήρια, τελικά έγειραν προς την άποψη ότι αν η Ελλάδα επιλέξει ξανά Κυβέρνηση «μνημονιακού τόξου», αποδέχεται δυνητικά νέες πολιτικές λιτότητας και αποφάσισαν να δώσουν την εντολή στον Αλέξη Τσίπρα.

Αντίστοιχα η ΝΔ πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι το 28% μπορεί να απέχει μόλις δύο ποσοστιαίες μονάδες από το 30% του 2012, αλλά η πολιτική ανθρωπογεωγραφία αυτού του ποσοστού είναι και εδώ πολύ ιδιαίτερη. Μια μεγάλη μάζα ψηφοφόρων, χωρίς να διαφωνούν με τον παραπάνω κοινό παρονομαστή της ανάγκης τερματισμού της λιτότητας, δε θέλησαν να ρισκάρουν ως εναλλακτική λύση ένα κόμμα με τα χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο δομής, θέσεων, προσώπων και αξιοπιστίας και σχεδόν αναγκαστικά στράφηκαν στη ΝΔ. Είναι οι πολίτες που τελικά έκλιναν προς την άποψη ότι τα μνημόνια σταδιακά τελειώνουν και είναι επικίνδυνη μια αλλαγή κυβέρνησης τη δεδομένη στιγμή μόνο προς εκτόνωση της λαϊκής οργής. Πολλοί δεν αυτοπροσδιορίζονται ως κεντροδεξιοί και αντίστοιχα, δε θα ανεχτούν αλαζονικές συμπεριφορές και ρεσιτάλ μισαλλόδοξου «τσαμπουκά» ή εξυπνακίστικης χαιρεκακίας για πιθανή αποτυχία του αντιπάλου, καθώς θα είναι και αποτυχία της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο των αποφάσεων, αυτά που «γίνονται και δε λέγονται» κατά τη ρήση του Εθνάρχη, άσχετα αν η τρόικα ονομαστεί «τρία παιδιά Βολιώτικα» και η νέα συμφωνία «Γιάνη ανάβασις», θα επιτρέψει ή όχι στην κυβέρνηση να υλοποιήσει μέρος των προεκλογικών της δεσμεύσεων, δηλαδή αυτά που κατά την ίδια ρήση λέγονται αλλά δε γίνονται. Αν δεν εκδηλώσει πολιτικές ιδεολογικού κανιβαλισμού σε ευαίσθητα θέματα που αποτελούν πυλώνες της κοινωνίας, θα κριθεί με οικονομικούς όρους και εκ του αποτελέσματος, που δεν έχει μέση οδό, ή πετυχαίνει και εδραιώνεται ως κόμμα εξουσίας για πολλά χρόνια, ή αποτυγχάνει και επιστρέφει στο 4%. Οι μετονομασίες δεν είναι απαραίτητα κακές, αρκεί να μη μετονομάσεις τον «Τιτανικό» σε «Υποβρύχιο Παπανικολής» για να μην τρέχει τίποτα αν βυθιστεί.

Τα νέα δημοσκοπικά ευρήματα που δείχνουν περαιτέρω άνοδο του κυβερνώντος κόμματος, προέρχονται αφενός από μια εθνική ανάταση ως αποτέλεσμα της έως τώρα ταύτισης προεκλογικού και μετεκλογικού λόγου και αφετέρου από υποχώρηση κάποιων ιδεολογικών ενδοιασμών της κοινωνίας για τις προθέσεις του σε νευραλγικά ζητήματα αρχών. Τα γεγονότα τρέχουν. Ένα είναι απόλυτα βέβαιο, η ψήφος στις 25 Ιανουαρίου διαμορφώθηκε με κριτήρια οργής και φόβου και το αδιαπραγμάτευτο μήνυμα της κάλπης προς όλους μας είναι ότι όποιο και να είναι το μέλλον, το έχουμε επιλέξει.