Νικητές και χαμένοι στην παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα

oil-chess
oil-chess

Οι τιμές πετρελαίου έφθασαν αισίως στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει δει η αγορά, από το καλοκαίρι του 2004, συνεχίζοντας την ταχεία πτώση που ξεκίνησε στα μέσα του 2014. Μια σειρά από παράγοντες που συνέβαλαν στην πτώση των τιμών, είναι το γεγονός ότι η κινεζική οικονομία και οι χρηματοπιστωτικές της αγορές δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, πυροδοτώντας φόβους για περαιτέρω σμίκρυνση της παγκόσμιας ζήτησης. Επιπλέον στις μεγάλες αγορές της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, ο σχετικά ήπιος χειμώνας που διανύσαμε φαίνεται να μείωσε την εποχιακή κατανάλωση φυσικού αερίου και πετρελαίου θέρμανσης. Από την πλευρά της προσφοράς, το ιρανικό πετρέλαιο σύντομα θα μπει και πάλι στην παγκόσμια αγορά, την στιγμή που ο Ο.Π.Ε.Κ. αμφιταλαντεύεται για το αν θα πρέπει να μειώσει την παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου ως αντιστάθμισμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από την άλλη, έχουν καταφέρει να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους σε πετρέλαιο, παρά την αυξημένη οικονομική πίεση.

Το πετρέλαιο, από γεωπολιτικής άποψης, είναι το πιο σημαντικό εμπορεύσιμο αγαθό, ενώ οι συνεχιζόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των αγορών πετρελαίου έχουν αναδείξει νέους παίκτες και διαχωρίσει σαφώς τους ήδη υπάρχοντες, σε νικητές και ηττημένους. Μεταξύ 2011 και 2014, οι μεγάλες εταιρείες-παραγωγοί πετρελαίου είχαν προσαρμόσει την στρατηγική και τους προϋπολογισμούς τους, σε τιμές άνω των $100 ανά βαρέλι. Για τους περισσότερους από αυτούς, οι τελευταίοι 18 μήνες ήταν μια περίοδος συνεχούς φθοράς και με δεδομένο ότι οι πτωτικές τάσεις δεν μετριάζονται, τα προβλήματά τους πρόκειται να πολλαπλασιασθούν στο άμεσο μέλλον. Κάθε έθνος, όμως, έχει το δικό του ιδιαίτερο επίπεδο ανοχών στις μεταβολές αυτές.

Πρώην Σοβιετική Ένωση

Η Ρωσία, το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν αποτελούν τις μεγαλύτερες χαμένες, από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ως ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, η οικονομία της Ρωσικής Συνομοσπονδίας βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην εξόρυξη και εμπορία πετρελαιοειδών, με τα έσοδα από τις εξαγωγές της να αποτελούν περισσότερο από το ήμισυ του τρέχοντος προϋπολογισμού της. Ο προϋπολογισμός αυτός όμως, είναι βιώσιμος για τιμές πετρελαίου άνω των $50 ανά βαρέλι. Δεδομένου ότι οι τιμές στην τρέχουσα συγκυρία, αποκλίνουν σημαντικά από το παραπάνω σημείο αναφοράς, η Μόσχα έχει προβλέψει αποθεματικά, συνολικού ύψους $131,5 δισεκατομμυρίων για να καλύψει τη διαφορά, με τα περιθώρια όμως να είναι πολύ στενά. Ενδέχεται στο άμεσο διάστημα, η κυβέρνηση Putin να χρησιμοποιήσει το μισό σχεδόν ποσό για να καλύψει τις δημοσιονομικές ελλείψεις του 2016, ακόμη και αν το πετρέλαιο ανέβει στα $50 το βαρέλι.

Για να μπορέσει να αντεπεξέλθει, η ρωσική κυβέρνηση θα πρέπει να στραγγίξει τα δύο αυτά αποθεματικά, εάν προηγουμένως δεν αποφασίσει να κάνει γενναίες περικοπές στον κρατικό προϋπολογισμό. Επιπλέον η εμπλοκή της Μόσχας στο συριακό, όχι μόνο δεν της επιτρέπει να μειώσει τα έξοδα της σε αμυντικές δαπάνες, αλλά ενδεχομένως και να τις αυξήσει, την ίδια στιγμή που οι επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, δεν φαίνεται να της αφήνουν περιθώρια για περικοπές στις κοινωνικές παροχές. Επιδεινώνοντας αυτό το ήδη επιβαρυμένο σύστημα, οι ρωσικές εταιρείες πετρελαίου βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση και στην περίπτωση που η κυβέρνηση αποφασίσει την αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος για να τις διευκολύνει, θα υπονομεύσει αναπόφευκτα τα δημόσια έσοδα, δημιουργώντας νέες μαύρες τρύπες. Μία από τις εναλλακτικές της Μόσχας είναι η ιδιωτικοποίηση ενός μεγάλου μέρους του κρατικού πετρελαϊκού γίγαντα Rosneft ώστε να αντλήσει έσοδα, επιλογή η οποία κάθε άλλο παρά απλή είναι, αφού θα δημιουργήσει απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέργειες.

Τόσο το Καζακστάν, όσο και το Αζερμπαϊτζάν αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με εκείνα της Ρωσίας. Ο κρατικός προϋπολογισμός του Καζακστάν έχει βασιστεί στην τιμή των $40 ανά βαρέλι, με το εθνικό ταμείο πετρελαίου να περιέχει $55 δισεκατομμύρια. Η κεντρική κυβέρνηση στην προσπάθεια της να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα, συντάσσει έναν εναλλακτικό προϋπολογισμό ο οποίος θα βασίζεται σε τιμές $20 ανά βαρέλι, εξέλιξη η οποία αναμφισβήτητα θα σημάνει νέες περικοπές στις δαπάνες.

Το Αζερμπαϊτζάν με την σειρά του, έχει βασίσει τον προϋπολογισμό του σε τιμές $50 ανά βαρέλι, με το ταμείο της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας να περιέχει $51 δισεκατομμύρια. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αμφότερες τις χώρες έχουν παρατηρηθεί συνεχώς αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις, οι οποίες έχουν την ρίζες τους στην πετρελαϊκή κρίση, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση στο εσωτερικό τους. Το Καζακστάν, ως αντιστάθμισμα, σκοπεύει να ιδιωτικοποιήσει ορισμένες κρατικές εταιρείες και περιουσιακά στοιχεία μέσα στο 2016, αν και για την ώρα δεν υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, μεταξύ των πιθανών επενδυτών.

Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική

Σε περιφερειακό επίπεδο, η Αλγερία, το Ιράκ, το Ιράν και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council), έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες επιπτώσεις από τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για να ισορροπηθεί ο κρατικός προϋπολογισμός της Σαουδικής Αραβίας, οι τιμές του πετρελαίου θα πρέπει να αγγίξουν τα $98,3 ανά βαρέλι. Αντίστοιχα το Μπαχρέιν ισορροπεί στα $89,8, το Ομάν στα $96,8, ενώ για το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το νεκρό σημείο είναι σημαντικά υψηλότερο. Στην πλειονότητα τους πάντως, τα έθνη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου βρίσκονται σε θέση να αντιμετωπίσουν τις χαμηλές τιμές, δεδομένου ότι δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα σε εξωτερικό χρέος, ενώ τα έσοδα χρόνων από τις υψηλές τιμές πετρελαίου, βοήθησαν στην δημιουργία υψηλών αποθεματικών για ιδιαίτερες συγκυρίες, όπως αυτή που διανύουμε.

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι χώρες που πρόσκεινται στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου δεν απειλούνται σε μεγάλο βαθμό από την πετρελαϊκή κρίση, παρ’ όλα αυτά όμως θα πρέπει να προβούν στις απαραίτητες δημοσιονομικές προσαρμογές, ώστε να διατηρήσουν τα αποθεματικά τους σε υψηλά επίπεδα. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε μια προσπάθεια επιμερισμού των βαρών και αποτελεσματικότερης κοινωνικής πολιτικής, επέλεξαν να μειώσουν τις επιδοτήσεις για καύσιμα, αλλά δεν περιέκοψαν καθόλου τις δαπάνες για εκπαίδευση και κοινωνικές υπηρεσίες. Το Μπαχρέιν, από την μεριά του, έχει μειώσει τις επιδοτήσεις για τρόφιμα, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Ομάν, το Κατάρ και το Κουβέιτ βρίσκονται σε διαβουλεύσεις για την επιβολή φόρων, με σκοπό την αύξηση των κρατικών εσόδων. Μέτρο που θα φάνταζε σενάριο επιστημονικής φαντασίας μέχρι χθες.

Εξέχουσα σημασία στα τεκταινόμενα της περιοχής παρουσιάζει η Σαουδική Αραβία. Εκτός από τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, η κυβέρνηση έχει ήδη αρχίσει να ιδιωτικοποιεί περιουσιακά στοιχεία, ξεκινώντας με τα τρία μεγάλα αεροδρόμια της χώρας. Επίσης φαίνεται να συζητάει το ενδεχόμενο αποκρατικοποίησης ένα μέρους των κρατικής πετρελαϊκής-γίγαντα Saudi Arabian Oil Co, γνωστή ως Saudi Aramco. Ο αναπληρωτής πρίγκιπας Mohammed bin Salman έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις θα γίνουν με πολύ ταχείς ρυθμούς, την ίδια στιγμή που αρκετά ισχυρά μέλη της Σαουδικής βασιλικής οικογένειας παραμένουν δύσπιστοι όσον αφορά την συγκεκριμένη στρατηγική. Με δεκάδες σχέδια ιδιωτικοποίησης στο τραπέζι, η δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της άρχουσας οικογένειας είναι αναπόφευκτη. Τέλος, οι Σαουδάραβες έχουν να αντιμετωπίσουν σημαντικές περιφερειακές προκλήσεις, όπως την επιστροφή του Ιράν στη διεθνή οικονομία και την διαρκή σύγκρουση τους με την Υεμένη.

Η Αλγερία, με την σειρά της, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές φυσικού αερίου. Είδε τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της να μειώνονται απότομα μέσα στο 2015, λόγω της ραγδαίας μείωσης των εξαγωγών πετρελαίου, οδηγώντας σε έλλειμμα $10,8 δισ. Ως αντισταθμισμα, επεδίωξε να ενισχύσει τις ξένες επενδύσεις μέσω φορολογικών μεταρρυθμίσεων, αλλά ο ενδεχόμενος θάνατος του Προέδρου Abdelaziz Bouteflika, ο οποίος κατέχει το αξίωμα αυτό από το 1999, οδηγεί την χώρα προς μια επισφαλή πολιτική περίοδο. Οι πολιτικές ελίτ του έθνους, στο αγώνα για αύξηση της πολιτικής τους επιρροής, πιθανότατα θα παραμείνουν δύσπιστες ως προς την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, ειδικά αν αυτές έχουν υψηλό πολιτικό κόστος. Γεγονός που θα περιορίσει τις επιλογές της χώρας, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο την τρέχουσα κρίση.

Στο Ιράκ, τόσο η Βαγδάτη, όσο και το νεοσύστατο κουρδικό κράτος με πρωτεύουσα το Arbil, βρίσκονται ήδη σε οικονομικό αδιέξοδο. Η εθνική και κουρδική κυβέρνηση πρέπει αμφότερες να δαπανούν υπέρογκα χρηματικά ποσά για τη χρηματοδότηση του αγώνα, ενάντια στο ISIS. Με τα έσοδα από το πετρέλαιο να μειώνονται συνεχώς, θα χρειαστεί να μειώσουν σημαντικά τις κρατικές του δαπάνες. Οι Κούρδοι έχουν ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν έχουν σχέδια να εμπορευθούν το πετρέλαιο τους, μέσω των συμφωνιών της εθνικής κυβέρνησης του Ιράκ, αλλά αντ ‘αυτού θα κλείσουν απευθείας συμφωνίες προμήθειας με την Τουρκία, αυξάνοντας περαιτέρω την ενεργειακή τους συνεργασία.

Την στιγμή που γράφεται η συγκεκριμένη ανάλυση, αναμένονται οι κρίσιμες εθνικές εκλογές στο Ιράν. Ο πρόεδρος Hassan Rouhani έχει βασίσει τον εκλογικό του αγώνα, στις παραγωγικές συνομιλίες του με τη Δύση και στην επιτυχή διαπραγμάτευση για το τέλος των κυρώσεων, ενώ η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι η οικονομική πολιτική Rouhani δεν αποδίδει. Το τέλος των κυρώσεων θα επιτρέψει μεν στο Ιράν να αυξήσει τον όγκο των εξαγωγών του, αλλά με τις τιμές να κατρακυλάνε 70% προς τα κάτω, από τις αρχές του 2014, τα έσοδα δεν αναμένονται θεαματικά.

Λατινική Αμερική

Η υψηλά εξαρτώμενη και πολιτικά ασταθής Βενεζουέλα έχει υποφέρει σε μεγάλο βαθμό από την παρατεταμένη πτώση των τιμών πετρελαίου. Ο ετήσιος πληθωρισμός αγγίζει το ποσοστό του 300%, ενώ οι ελλείψεις σε βασικά αγαθά είναι εμφανείς. Τα ολοένα χαμηλότερα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου θα μειώσουν περαιτέρω τις κρατικές δαπάνες, ενώ ένα μεγάλο μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας μέσα στο 2015, χρησιμοποιήθηκε για να χρηματοδοτηθούν εισαγωγές σε βασικά αγαθά και πληρωμές του εξωτερικού χρέους. Η υποτίμηση του νομίσματος και η αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών θα αποτελέσει μια πρόσκαιρη θεραπεία, η οποία όμως θα συνοδευτεί και με το ανάλογο πολιτικό κόστος. Η σταθερή άνοδος της αντιπολίτευσης θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε περαιτέρω αναταραχές, με την κυβέρνηση να εργάζεται σκληρά, ώστε η εξάπλωση να μην κλιμακωθεί στο σύνολο της χώρας.

Η οικονομία της Βραζιλίας έχει ήδη υποστεί μεγάλη ζημιά, από το σκάνδαλο διαφθοράς στην κρατική ενεργειακή εταιρεία Petrobras. Εκτός εάν η κυβέρνηση αποφασίσει να «πνίξει» την υπόθεση σχετικά με την εταιρεία, το σκάνδαλο θα συνεχίσει να διαταράσσει την παραγωγικότητα και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Από τη μεριά της η εταιρεία θα πρέπει να μειώσει τα σχέδια για μελλοντικές επενδύσεις, γεγονός που θα επιβραδύνει περαιτέρω τις ξένες επενδύσεις και την συνολική παραγωγή ενέργειας της χώρας.

Οι εξαγωγές πετρελαίου του Ισημερινού, πιο γνωστού και ως Εκουαδόρ, βρέθηκαν σε κατακόρυφη πτώση μέσα στο 2015 κατά 30%, ενώ δεν αναμένεται να βελτιωθούν για το επόμενο έτος. Η κεντρική κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα επιβολής εμπορικών φραγμών και να μειώσει τις εισαγωγές, αλλά αυτό θα σημάνει πρόσθετη οικονομική επιβράδυνση. Οι προεδρικές εκλογές που αναμένονται τον Φεβρουάριο του 2017, πιθανότατα θα βρουν τον κυβερνητικό συνασπισμό υπό τον πρόεδρο Alianza Pais αποδυναμωμένο, ενώ μια λάθος επιλογή στο τιμόνι της χώρας θα επιφέρει σημαντικότατες πολιτικές επιπτώσεις.

Βόρειος Αμερική

Η Βόρειος Αμερική έχει υποστεί εξίσου βαρύ πλήγμα από τις χαμηλές τιμές πετρελαίου με τον υπόλοιπο κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ αποδείχτηκε ανθεκτική στις πιέσεις κατά τους τελευταίους μήνες, διατηρώντας την ημερήσια εξόρυξη στο επίπεδο των 9,2 εκατομμύρια βαρελιών. Σε όλη την ήπειρο, οι πετρελαϊκές εταιρείες έχουν «τρυπήσει» πολυάριθμα νέα πηγάδια, αλλά αναβάλλουν την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων έργων, για όταν ανακάμψουν οι τιμές. Αυτό σημαίνει όμως, ότι αν η ζήτηση σε βραχυχρόνιο ορίζοντα κάνει άλμα, δεν θα υπάρξει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα για να την καλύψει. Καθώς το ιρανικό πετρέλαιο θα εισέρχεται στην αγορά τους επόμενους μήνες, αν η παραγωγικότητα της Βορείου Αμερικής παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, θα ασκηθούν ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις για μείωση των τιμών, ανατροφοδοτώντας έναν αέναο κύκλο επιβαρυντικών εξελίξεων. Οι εταιρίες-παραγωγοί πετρελαίου στον Καναδά, είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο από όλους αυτή την περίοδο, καθώς το καναδικό βαρύ πετρέλαιο, βρίσκεται ήδη αρκετά κάτω από το ψυχολογικό επίπεδο των $20 ανά βαρέλι.

Υποσαχάρια Αφρική

Το τμήμα της Αφρικής που βρίσκεται κάτω από την έρημο της Σαχάρας είναι η πατρίδα πολλών μικρών χωρών που παράγουν πετρέλαιο, οι οποίες αισθάνονται τις επιπτώσεις των χαμηλών τιμών σε διαφορετικό βαθμό η κάθε μία. Η μεγαλύτερη σε μέγεθος οικονομία και σημαντικότερη πετρελαιοπαραγωγός της περιοχής, η Νιγηρία, φαίνεται να έχει επηρεαστεί περισσότερο. Σε αντίθεση με τους παραγωγούς της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Μέσης Ανατολής, η Νιγηρία προνόησε να βασίσει τον προϋπολογισμό της, με την άκρως ρεαλιστική τιμή των $38 ανά βαρέλι. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και με αυτό το επίπεδο βάσης, ο προϋπολογισμός της θα παρουσιάσει έλλειμμα $11 δισεκατομμυρίων ή αλλιώς 2,2% του ΑΕΠ. Η κεντρική κυβέρνηση θα είναι δύσκολο να διατηρήσει τα προγράμματα επιδότησης καυσίμων και την νομισματική σύνδεση με το δολάριο των ΗΠΑ, πράξη που τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2014, όταν η νάιρα, το εθνικό νόμισμα της Νιγηρίας, υποχώρησε κατά 25%. Από εκείνη τη στιγμή, το χάσμα μεταξύ των επίσημων και ανεπίσημων συναλλαγματικών ισοτιμιών διευρύνθηκε, ενώ οι χαμηλές τιμές πετρελαίου θα επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Ο νέος πρόεδρος, Muhammadu Buhari, έκανε σαφές ότι δεν υποστηρίζει την υποτίμηση, αλλά οι πιέσεις από διάφορα πολιτικά συμφέροντα που θα αντιμετωπίσει, είναι αρκετά πιθανόν να τον εξαναγκάσουν σε περιστολή κρατικών δαπανών.

Η Αγκόλα, δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός της υποσαχάριας Αφρικής σε αργό πετρέλαιο, είναι κάτω από την ίδια οικονομική πίεση με τους υπόλοιπους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως. Η κυβέρνηση ωστόσο, είναι αρκετά σταθερή, με το κυβερνών Λαϊκό Κίνημα για την Απελευθέρωση της Αγκόλας (Popular Movement for the Liberation of Angola – MPLA) να έχει αυστηρό έλεγχο στις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας, εξαλείφοντας την πιθανότητα για κοινωνικές αναταραχές.  Η κυβέρνηση έχει βασίσει τον προϋπολογισμό του 2016, στα $48 ανά βαρέλι. Ο Πρόεδρος της Αγκόλας Jose Eduardo dos Santos είναι σε σκέψεις για το αν θα παραιτηθεί το 2017, ενώ  η πολιτική ελίτ εντός του κυβερνώντος κόμματος ακονίζει ήδη τα μαχαίρια, για το ενδεχόμενο διαδοχής. Οι χαμηλές τιμές πετρελαίου όμως θα κάνουν αυτόν τον ανταγωνισμό ακόμα πιο έντονο, αφού δεν θα υπάρχουν αρκετά χρήματα για δοροδοκίες και επέκταση των πολιτικών επιρροών, μέσω του πελατειακού κράτους.

Ασία – Ειρηνικός

Οι περισσότερες χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού είναι καθαροί καταναλωτές πετρελαίου, κάτι που σημαίνει ότι στο σύνολο τους τα κράτη αυτά, επωφελούνται από τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές πετρελαίου. Ωστόσο, υπάρχουν δύο εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα, η Μαλαισία και η Ινδονησία.

Ως ένα από τα ελάχιστα κράτη-παραγωγούς της περιοχής Ασία, η Μαλαισία βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Τον προηγούμενο χρόνο, περίπου το 20% του κρατικού προϋπολογισμού της, προήλθε από τα κέρδη της κρατικής εταιρείας πετρελαίου Petronas. Καθώς μειώνονταν τα κέρδη του κρατικού κολοσσού, η Κουάλα Λουμπούρ αναγκάστηκε να επιβάλει αντιλαϊκούς φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες, ώστε αναπληρώσει το έλλειμμα που δημιουργήθηκε. Ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης για το 2016, βρίσκει την Petronas να συμβάλλει με λιγότερο από 12% στα κρατικά έσοδα, ενώ αν οι τιμές πετρελαίου δεν ανακάμψουν σύντομα (πράγμα αδύνατο) η Μαλαισία θα πρέπει να βρει νέους τρόπους για να καλύψει τα ελλείμματα. Αυτό πιθανότατα θα οδηγήσει την κυβέρνηση σε ακόμα πιο αντιλαϊκά μέτρα, την ίδια στιγμή που ο πρωθυπουργός της Μαλαισίας Najib Razak εμπλέκεται σε σκάνδαλο δωροδοκίας, που αφορά το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας.

Κατεβαίνοντας νοτιότερα, η Ινδονησία βρίσκεται σε μια αντιφατική κατάσταση, αφού είναι καθαρός καταναλωτής πετρελαίου, αλλά και καθαρός παραγωγός φυσικού αερίου. Τα έσοδα από τις εξαγωγές φυσικού αερίου έχουν μειωθεί αισθητά, αλλά οι χαμηλές τιμές πετρελαίου δίνουν ένα αντισταθμιστικό πλεονέκτημα στον σημερινό Πρόεδρο Jokowi Widodo, ώστε να καθυστερήσει τις περικοπές σε κρατικές παροχές.

Ευρώπη

Η κατάσταση στην γηραιά ήπειρο παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με της χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού, όπου οι χαμηλές τιμές πετρελαίου αποτελούν «μάννα εξ ουρανού», καθώς οι περισσότερες είναι καθαροί καταναλωτές πετρελαίου. Αρκετά ζημιωμένη βρίσκεται η Νορβηγία, βασικότερη παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου της ηπείρου. Η χώρα βρίσκεται ήδη στη μέση μιας βαθιάς οικονομικής ύφεσης που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πτώση των επενδύσεων και των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το πετρέλαιο. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η αύξηση του ΑΕΠ της Νορβηγίας υποχώρησε κατά 0,8% το 2015, επιπλέον του 2,2% του προηγούμενου χρόνου. Κατά την ίδια περίοδο, η ανεργία αυξήθηκε από 3,5% το 2014 σε 4,2% το 2015, με τάση να αυξηθεί ακόμη περισσότερο το 2016. Αν και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και την Ανάπτυξη προβλέπει σταδιακή οικονομική ανάκαμψη της Νορβηγίας τα επόμενα δύο χρόνια, η πορεία των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο στις παραπάνω προβλέψεις.

Αποτελεί γεγονός ότι σε μακροπρόθεσμη βάση, οι χαμηλές τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να προκαλέσουν προβλήματα σε όλη την ήπειρο συνολικά. Επί του παρόντος, η πρόσκαιρη βελτίωση του οικονομικού κλίματος της Ευρώπης, θα μπορούσε να οδηγήσει τους Ευρωπαίους στην παραπλάνηση μιας πιο μόνιμης ανάκαμψης, όταν στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος αυτής της προόδου, βασίζεται στις συγκυριακή πτώση των τιμών και μόνο. Αυτή η παραπλάνηση ενδέχεται να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη Νότια Ευρώπη, όπου οι κυβερνήσεις αρχίζουν να επιβραδύνουν τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Επιπλέον, η μείωση των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ενάντια στις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη δημιουργία πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, με απώτερη στόχευση την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης στην περιοχή.