Πέντε δεκαετίες σε πέντε εβδομάδες

384120234_7b1addaed5_o
384120234_7b1addaed5_o

Οι πέντε τελευταίες εβδομάδες, από τη Δευτέρα 22 Ιουνίου μέχρι σήμερα, έχουν καταλάβει τη θέση τους στην ειδησεογραφία των ημερών, αλλά και σύντομα στην ιστοριογραφία, μέσα από μια σειρά επιθετικών προσδιορισμών, από σημαντικές και κρίσιμες μέχρι καθοριστικές και συνταρακτικές. Πάντως όχι αδιάφορες ή συνηθισμένες, και όχι όπως οποιεσδήποτε άλλες πέντε εβδομάδες των τελευταίων ετών. Κάποιος μπορεί να θυμηθεί και την παλιά κουβέντα του Λένιν: «υπάρχουν δεκαετίες στις οποίες δεν συμβαίνει τίποτα, και εβδομάδες στις οποίες συμβαίνουν δεκαετίες». Έτσι έγινε και τώρα. Εξελίξεις που θα μπορούσαν να συμβούν σε μισό αιώνα, διαδραματίστηκαν σε Αθήνα και Βρυξέλλες στο διάστημα αυτό των μόλις πέντε εβδομάδων.

Το διάστημα αυτό παρακολούθησα στενά τα τεκταινόμενα σε Αθήνα και Βρυξέλλες. Από ένα συνδυασμό απλής περιέργειας και επιστημονικής διαστροφής κατέγραφα σχεδόν τα πάντα από όσα διάβαζα και άκουγα. Από αυτά ξεχώρισα ορισμένα ζητήματα που προέκυψαν τις εβδομάδες αυτές, αλλά και τους μήνες που προηγήθηκαν. Μιας και καθημερινά δημοσιεύονται πολυάριθμες αναλύσεις, από κάθε πιθανή οπτική γωνία, δεν θα ακολουθήσω την πεπατημένη να γράψω και εγώ τη δική μου. Αντίθετα, αυτό που θα ακολουθήσει εδώ είναι μια σειρά από παρατηρήσεις μου πάνω σε διάφορες πλευρές της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων και της (κατ’ αρχήν) συμφωνίας που προέκυψε. Τα έγραψα πρωτίστως για να ηρεμήσω. Αν κάνουν κάποιον σοφότερο καλώς. Αν βάλουν ένα λιθαράκι στο να μπει σε σωστή βάση η συζήτηση, ακόμα καλύτερα.

Κάποιος μπορεί να θυμηθεί και την παλιά κουβέντα του Λένιν: «υπάρχουν δεκαετίες στις οποίες δεν συμβαίνει τίποτα, και εβδομάδες στις οποίες συμβαίνουν δεκαετίες»

1. Η «τεχνική» και η «πολιτική» διαπραγμάτευση. Από τη στιγμή του σχηματισμού της, στα τέλη του Ιανουαρίου, η Κυβέρνηση εξέφρασε τη βούληση της να μην εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις τεχνικού χαρακτήρα με τα κλιμάκια των «θεσμών» (της πάλαι ποτέ τρόικας), όπως γινόταν μέχρι τότε. Αντ’ αυτού, προτιμούσε να συζητά με τους πολιτικούς «προϊσταμένους»: τους επικεφαλείς των «θεσμών», τους Υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης και τους Αρχηγούς Κρατών. Η στρατηγική επιλογή αυτή φαίνεται αρχικά να πέτυχε το στόχο της: 9 έκτακτες συσκέψεις του Eurogroup και τρεις τηλεδιασκέψεις (συν τις τακτικές), τρεις έκτακτες Σύνοδοι Κορυφής της Ευρωζώνης (συν τις μηνιαίες Συνόδους Κορυφής της Ε.Ε.), πολυάριθμες διμερείς και τριμερείς συναντήσεις.

Ο αριθμός ωρών που αφιερώθηκαν στην Ελληνική υπόθεση αποτέλεσε ένα νέου είδους ρεκόρ. Ωστόσο, η εμμονή με την «πολιτική» διαπραγμάτευση έπασχε από την αρχή σε ένα βασικό σημείο: οι διαπραγματεύσεις στην Ευρώπη και την Ευρωζώνη είναι πάντα πολυεπίπεδες και έχουν και τεχνικό και πολιτικό σκέλος. Ζητήματα τεχνικής φύσεως, όπως η παράταση ενός προγράμματος στήριξης, ο ετήσιος στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα ή το δάνειο-γέφυρα, εκ των πραγμάτων ξεκινάνε να συζητούνται σε «τεχνικό» επίπεδο, με συμμετοχή ειδικών και με έμφαση στους υπολογισμούς και την τεκμηρίωση. Οι πολιτικοί (Υπουργοί, Αρχηγοί Κρατών) δεν έχουν την κατάρτιση, την ενημέρωση ή το χρόνο για διαπραγμάτευση σε τέτοια πολύπλοκα ζητήματα, και απλά δίνουν γενικότερες στρατηγικές κατευθύνσεις. Όσο τα ζητήματα έμεναν ανεπίλυτα στα κατώτερα επίπεδα, οι διαπραγματεύσεις όντως, μεταφέρονταν στο ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Αλλά με συνέπειες μάλλον αρνητικές για την Ελλάδα.

Δόθηκε χώρος στους «πολιτικούς» παίκτες (Υπουργούς και Αρχηγούς Κρατών) να εκφράζουν τις προσωπικές τους απόψεις για την Ελλάδα (ή αυτές των κομμάτων τους), να μεταφέρονται όλα τα στερεότυπα που υπάρχουν στις κοινές γνώμες άλλων κρατών, να δημιουργούνται άτυπες συμμαχίες ισχύος (από το 18-1 των πρώτων Eurogroup μέχρι το μπλοκ των «σκληρών» των πιο πρόσφατων), να μπαίνουν στο τραπέζι έκτακτα σενάρια που αλλάζουν τη μορφή της Ευρωζώνης, να περιστρέφονται οι συζητήσεις γύρω από έννοιες όπως «αξιοπιστία», «εθνική κυριαρχία» και «δημοκρατία». Το κλίμα, κάπως έτσι, έγινε από βαρύ έως εχθρικό.

2. «Πολιτική» διαπραγμάτευση και κυρίαρχες αντιθέσεις. Ξέρουμε από τη θεωρία των διαπραγματεύσεων πως η συμπεριφορά καθενός από τους «παίκτες» επηρεάζεται από το είδος των σχέσεων που θέλει να έχει με τους υπόλοιπους. Ιδιαίτερα όταν οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε πολλαπλά επίπεδα, όπως είναι χαρακτηριστικό στην Ε.Ε., και πολύ περισσότερο στα προγράμματα στήριξης. Η «πολιτική» διαπραγμάτευση της Κυβέρνησης περνούσε μέσα από τις σχέσεις που είχε ή που ήθελε να διαμορφώσει με τους διαφορετικούς εμπλεκόμενους παίκτες: τους «θεσμούς», τα κράτη και τα πρόσωπα.

Η τακτική της Κυβέρνησης και των διαπραγματευτών της, όπως ξετυλίχθηκε τους προηγούμενους μήνες, ήταν να χτίσει τις σχέσεις της με ορισμένους από τους «παίκτες», φέρνοντας τους σε αντίθεση με άλλους, σύμφωνα με το Μαοϊκό επιχείρημα των «κυρίαρχων αντιθέσεων». Έτσι, στην αρχή ήταν η Συμμαχία του Νότου απέναντι στο Βορρά, μετά η Γαλλία απέναντι στη Γερμανία, μετά η Επιτροπή (και ο Γιούνκερ) και η ΕΚΤ (και ο Ντράγκι) απέναντι στο ΔΝΤ και τη Γερμανία, μετά η Αμερική απέναντι στη Γερμανία, μετά η Μέρκελ απέναντι στο Σόιμπλε και, πιο πρόσφατα, το ΔΝΤ απέναντι στη Γερμανία (λόγω της έκθεσης του για τη βιωσιμότητα του χρέους). Κάθε φορά, η Ελληνική πλευρά προσπαθούσε να έρθει πιο κοντά σε κάποιον από αυτούς, ισχυροποιώντας (θεωρητικά) τη θέση της απέναντι στους άλλους.

Φυσικά, αυτό δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου, αφού όλοι οι «παίκτες» συμφωνούσαν στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή: πως για τη χρηματοδοτική υποστήριξη της Ελλάδας έπρεπε να υπάρχει ένας συνδυασμός δημοσιονομικής ισορροπίας και διαρθρωτικής προσαρμογής, και πως ο μόνος εφικτός (νομικά και τεχνικά) τρόπος να γίνει αυτό ήταν μέσα από την ολοκλήρωση του Μνημονίου ΙΙ. Τελικά, η ουσιαστική «κυρίαρχη αντίθεση» έγινε ορατή μετά το δημοψήφισμα, με τη στάση Γαλλίας-Ιταλίας απέναντι στους «σκληρούς», αλλά ενώ είχε ήδη μπει στο τραπέζι γερά το Grexit και διακυβεύονταν πολλά περισσότερα.

3. Το δημοψήφισμα ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Ήταν κάπου τη νύχτα της 26ης προς την 27η Ιουνίου όταν ο Πρωθυπουργός με διάγγελμα του ανακοίνωσε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την έγκριση από τους Έλληνες πολίτες ή όχι της πρότασης των «θεσμών» της 25ης Ιουνίου. Πέραν από τις όποιες ενστάσεις για το πώς στήθηκε το δημοψήφισμα, τις επιπτώσεις του στην λειτουργία οικονομίας και τραπεζών κλπ., το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο. «Όχι» λοιπόν στην πρόταση των «θεσμών», και για πολύ κόσμο «όχι» και γενικότερα στα προγράμματα στήριξης και προσαρμογής. Η ουσία, βέβαια, του δημοψηφίσματος ήταν να λειτουργήσει ως διαπραγματευτικό εργαλείο (όπως ομολόγησαν πολλοί από τους υποστηρικτές του) για ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν έλυσε κανένα σχεδόν από τα προβλήματα που υπήρχαν μέχρι την ανακοίνωση του (αφήνουμε έξω προς το παρόν τις αρνητικές συνέπειες που δημιούργησε).

Για να λάβει χρηματοδοτική στήριξη η Ελλάδα έπρεπε να δεσμευτεί αξιόπιστα για συγκεκριμένους στόχους και μέσα οικονομικής πολιτικής. Τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, με κυβερνήσεις εκλεγμένες όλα τους, ακόμα και φιλικά προσκείμενα προς την Ελληνική υπόθεση να ήταν δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τη στάση τους και να δανείσουν χωρίς τους ελάχιστους όρους διασφάλισης των χρημάτων τους. Όπως έγραψε ο Καθηγητής Dani Rodrik, το δημοψήφισμα είχε περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα, κάνοντας γνωστές τις πραγματικές διαστάσεις της Ελληνικής κρίσης σε όλον τον κόσμο. Δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να αντικαταστήσει μια άρτια και καλά τεκμηριωμένη διαπραγματευτική στρατηγική, που ήταν το ζητούμενο από την αρχή.

Όσο τα ζητήματα έμεναν ανεπίλυτα στα κατώτερα επίπεδα, οι διαπραγματεύσεις όντως, μεταφέρονταν στο ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Αλλά με συνέπειες μάλλον αρνητικές για την Ελλάδα.

4. «Πολιτική» διαπραγμάτευση (ξανά) και «τοξικά» αφηγήματα. Ένα από τα βασικότερα λάθη της «πολιτικής» διαπραγμάτευσης ήταν ότι έβαλε στο τραπέζι όλους τους μύθους και τα στερεότυπα σχετικά με την κρίση της Ευρωζώνης. Από τη μία πλευρά, η Κυβέρνηση θεωρούσε πως δίνει μια μάχη απέναντι στην «συντηρητική» Ευρώπη της λιτότητας, του νεοφιλελευθερισμού ή/και των τραπεζιτών. Αγνοώντας πως στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού κάθονταν επίσης εκλεγμένοι πολιτικοί, όχι τραπεζίτες, κάποιοι όντως συντηρητικοί (πολλών αποχρώσεων) αλλά και αρκετοί σοσιαλδημοκράτες, και από χώρες που (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) απέχουν πολύ από το να ακολουθούν το «νεοφιλελεύθερο» μοντέλο (όπως το περιγράφουν διάφοροι προοδευτικοί κοινωνικοί επιστήμονες).

Από την άλλη πλευρά, οι εκλεγμένοι πολιτικοί αρκετών κρατών τροφοδοτούσαν το αφήγημα περί «άσωτων» και «τεμπέληδων» Νοτίων που αναγκάζουν τους «συνετούς» Βόρειους να βάλουν το χέρι στην τσέπη. Στο ίδιο μήκος κύματος πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ των χωρών αυτών, αλλά και πολλοί σχολιαστές κάθε είδους. Η πραγματικότητα του project της Ευρώπης και της Ευρωζώνης είναι τελείως αντίθετη από όσα τα «τοξικά» αυτά αφηγήματα θέλανε να παρουσιάσουν, μακριά από τραπεζίτες και «γουρούνια» (PIGS). Ένα σύνολο χωρών, ολοένα αυξανόμενο, που προσπαθεί, μέσα από πολλές δυσκολίες, τριβές, εντάσεις και καθυστερήσεις, να βρει τον κοινό του βηματισμό. Μια προσπάθεια που κρατάει δεκαετίες και που φέρνει στο ίδιο τραπέζι πολιτικούς από χώρες πολύ διαφορετικές, με διαφορετικά θεσμικά υπόβαθρα, διαφορετικές οικονομικές δομές, διαφορετική Ιστορία και αντιλήψεις.

5. Ενοποίηση, Εθνική Κυριαρχία και Κανόνες. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική κάτι άλλου που έγραψε ο Rodrik: του «τριλήμματος» μεταξύ οικονομικής ενοποίησης (με κοινές πολιτικές), εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατικών θεσμών. Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, μόνο τα δύο από τα τρία μπορούν να συνυπάρχουν. Η Ελλάδα βρέθηκε σε μια σύγκρουση μεταξύ της επιδίωξης για διατήρηση εθνικής κυριαρχίας (ή, έστω, μη περαιτέρω περιορισμό της) και της διαχείρισης του προβλήματος της που μπορεί να γίνει μόνο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Όλα αυτά που συζητούνται ως πιθανές λύσεις για το Ελληνικό πρόβλημα, από την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και το σχέδιο (τύπου) Μάρσαλ του Γιούνκερ μέχρι τις (πιο μακρινές αυτή τη στιγμή) κοινές πολιτικές για την ανάπτυξη και την αμοιβαιοποίηση χρέους (βλ. ευρωομόλογα), απαιτούν περισσότερη ενοποίηση, οικονομική αλλά και πολιτική. Αυτό όμως θα φέρει, αναπόφευκτα, και περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας: έγκριση προϋπολογισμών από την Ευρωζώνη, ενισχυμένους κανόνες, περισσότερα ανεξάρτητα όργανα οικονομικής πολιτικής. Είναι το εγχώριο πολιτικό σύστημα έτοιμο να τα δεχθεί αυτά, ή έστω κάποια; Η ατζέντα περαιτέρω εμβάθυνσης της Ευρωζώνης, με δημιουργία κοινού προϋπολογισμού αλλά και Κοινοβουλίου Ευρωζώνης, που προωθεί ο Γιούνκερ μέσω της «Έκθεσης των Πέντε Προέδρων», και στην οποία συμφωνεί και ο Γάλλος Πρόεδρος, είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο που – αν γίνει αποδεκτό- θα ενισχύσει την οικονομική ενοποίηση, θα κάνει σημαντικά βήματα προς την πολιτική ενοποίηση, αλλά θα περιορίσει την εθνική κυριαρχία. Η Γερμανία και οι άλλες χώρες του Βορρά είναι πιο διστακτικές, προτιμώντας την πιο ισχυρή εφαρμογή κανόνων και κυρώσεων. Η συζήτηση για τη μετεξέλιξη της Ευρωζώνης αναμένεται να ενταθεί τους επόμενους μήνες. Η Ελλάδα και το πολιτικό της σύστημα θα πρέπει να αξιολογήσει σοβαρά τα δεδομένα και να αποφασίσει πως θα τοποθετηθεί.

6. Οικονομικό και πολιτικό ρίσκο. Τους μήνες των διαπραγματεύσεων αλλά και τις κρίσιμες αυτές πέντε εβδομάδες, μεγάλο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στις πιθανότητες Grexit και τη θωράκιση της Ευρωζώνης και των Ευρωπαϊκών οικονομιών απέναντι στο πιθανό οικονομικό ρίσκο που θα δημιουργούσε η αποχώρηση της Ελλάδας. Ωστόσο, υπήρχε και το γεωπολιτικό ρίσκο, που επισήμαναν πολλές φορές κυρίως αξιωματούχοι των ΗΠΑ, αλλά και το πολιτικό ρίσκο.

Ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές του τριημέρου 11-13 Ιουλίου, που έβαλε τις βάσεις για μια ουσιαστική λύση για την Ελλάδα, ήταν ο Πολωνός Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ. Σε συνέντευξη που έδωσε την προηγούμενη εβδομάδα ανέφερε κάτι που δεν ακούμε εύκολα από Ευρωπαίο ηγέτη: πως υπάρχει στην Ευρώπη ένα γενικότερο κλίμα ανησυχίας και ριζοσπαστικοποίησης, που θυμίζει 1968, και πως ενδεχόμενη αρνητική κατάληξη στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα να δημιουργούσε έντονες κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις. Τα τελευταία χρόνια οι εστίες αμφισβήτησης του «συστήματος» πληθαίνουν (από τα κινήματα Occupy και Αγανακτισμένων μέχρι την είσοδο αντισυμβατικών κομμάτων σε Κυβερνήσεις), και μαζί τους πληθαίνει και η αμφισβήτηση προς την Ευρώπη και τις πολιτικές της.

Παρ’ ότι μέχρι σήμερα ο «κοινός τόπος» ήταν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί η Ελλάδα ως αρνητικό παράδειγμα τις υπόλοιπες χώρες όπου υπάρχει πολιτική αμφισβήτηση, φαίνεται πως δεν συμμερίζονται όλοι οι ιθύνοντες την ίδια άποψη. Αντίθετα, η σταθερότητα της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. φαίνεται πως δεν περιορίζεται στις οικονομικές συνέπειες, αλλά περνάει μέσα και από την ενίσχυση της κοινωνικής ομαλότητας και συνοχής.

7. Χρέος και λιτότητα. Πάμε τώρα στα ουσιώδη. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έθεσε δύο προτεραιότητες μακροοικονομικής-δημοσιονομικής πολιτικής: τον περιορισμό της λιτότητας, μέσα από τη μείωση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα, και την προώθηση λύσης για το χρέος «εντός των πλαισίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ευρωπαϊκών Θεσμών» (που ήταν άλλωστε και στο οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ – αυτό του Ιανουαρίου, όχι το άλλο της Θεσσαλονίκης).

Στο ίδιο πνεύμα, ο τότε Υπουργός Οικονομικών τόνισε πως η Κυβέρνηση δεν διεκδικεί τα €7,2 δισεκατομμύρια της τελευταίας δόσης του Μνημονίου ΙΙ, αλλά μια εκ του μηδενός συζήτηση για το πρόγραμμα, το χρέος και τα συναφή. Από εκεί ξεκίνησε μια σειρά απανωτών αστοχιών.

Αστοχία πρώτη: η μη-αναγνώριση της παλιάς τρόικας (Επιτροπή-ΕΚΤ-ΔΝΤ) και η μετονομασία σε «θεσμούς». Αστοχία δεύτερη: η επιμονή σε μη-παράταση του Μνημονίου ΙΙ για τη λήψη της δόσης και το αίτημα για πρόγραμμα-γέφυρα. Αστοχία τρίτη: η κατάληξη, μέσω πολλών ακροβασιών, στη Συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, χωρίς χρηματοδότηση για τη χώρα και με μεγάλες δόσεις δημιουργικής ασάφειας. Αστοχία τέταρτη: η ανάλωση ζωτικού χρόνου για την εξεύρεση της τοποθεσίας όπου θα γίνονται οι έλεγχοι και οι διαπραγματεύσεις και για τη δημιουργία του Brussels Group. Αστοχία πέμπτη: οι κόκκινες γραμμές για καμία περικοπή σε μισθούς (Δημοσίου) και συντάξεις και, την ίδια στιγμή, το στέγνωμα κάθε κρατικού ταμείου για την (αψυχολόγητη) αποπληρωμή όλων των υποχρεώσεων και λήξεων ομολόγων – που είναι η χειρότερη μορφή λιτότητας. Ενώ ο πρώτος στόχος της Κυβέρνησης, η αποδοχή χαμηλότερων στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα, επετεύχθη, τα όποια οφέλη εξανεμίστηκαν από την στασιμότητα του πενταμήνου, ενώ τα capital controls έδωσαν τη χαριστική βολή, αυξάνοντας το χρηματοδοτικό κενό και καθιστώντας αναπόφευκτα τα νέα μέτρα λιτότητας. Γιατί αν προτεραιότητα σου είναι όντως η ανάσχεση της λιτότητας, όπως διακήρυττε η Κυβέρνηση και οι Υπουργοί της, ξεκινάς από τη δυνατότητα μείωσης των στόχων για πλεονάσματα και συνεχίζεις με την προσπάθεια πιο ισορροπημένης κατανομής των όποιων βαρών.

Επιπλέον, η επιμονή σε καθυστέρηση αλλαγών στο συνταξιοδοτικό και σε επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων στις εργασιακές σχέσεις αποκάλυψε μάλλον σύγχυση στις προτεραιότητες. Συν, η επιμονή στο θέμα άμεσης ρύθμισης του χρέους, που συνέβαλλε στο φιάσκο της 24ης, 25ης και 26ης Ιουνίου και οδήγησε στην παύση των διαπραγματεύσεων. Είναι αλήθεια πως το χρέος είναι πολύ μεγάλο, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως λόγος προς το ΑΕΠ. Είναι, επίσης, αλήθεια πως οι αποπληρωμές για το 2015 ήταν πολύ μεγάλες και πήγαν πίσω την οικονομία. Ωστόσο, οι αποπληρωμές τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 2022 είναι λίγες (σε αριθμό και συνολικά ποσά). Επομένως, τα οφέλη από την όποια ελάφρυνση θα έρθουν τότε. Το ξέρουν αυτό οι εταίροι αυτό, και για δικούς τους πολιτικούς λόγους δεν ήθελαν να μπει τώρα στο τραπέζι, ξέροντας ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει. Έπρεπε να το ξέρουν και οι Έλληνες διαπραγματευτές, και να μην απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις διαπραγματεύσεις, πάλι για εγχώριους πολιτικούς λόγους.

Και κάτι ακόμα: η υπόσχεση για διευθέτηση του χρέους στο Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012, όσο και αν είχε συνδεθεί με αυστηρούς όρους για πλεονάσματα και υλοποίηση διαρθρωτικών μέτρων, ήταν ουσιαστική. Η επί ένα χρόνο άρνηση δύο Κυβερνήσεων να ολοκληρώσουν την έκτη αξιολόγηση του Μνημονίου ΙΙ καθυστέρησε σημαντικά την οποιαδήποτε συζήτηση το χρέος, συν ότι αύξησε το λογαριασμό των μέτρων για να κλείσει η αξιολόγηση, συν τη ζημιά σε όρους εμπιστοσύνης. Και παρ’ όλο που ανοίγει ξανά η συζήτηση για το αν το 2010 ήταν όντως η καλύτερη επιλογή η υπαγωγή της Ελλάδας σε πρόγραμμα στήριξης χωρίς διευκολύνσεις στο χρέος, ή αν προτιμήθηκε αυτή η λύση για να αποφευχθεί τραπεζική κρίση στην Ευρώπη, η Ελλάδα δέχθηκε ήδη δύο φορές ειδική μεταχείριση στο θέμα αυτό: με το PSI και την επαναγορά ομολόγων. Αυτά τα ξέρει πολύ καλά το ΔΝΤ, του οποίου την τελευταία έκθεση για τη βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους χρησιμοποίησε η Κυβέρνηση πριν το δημοψήφισμα. Βέβαια, οι θέσεις του Ταμείου για τη μέχρι τώρα πορεία της οικονομίας και τα μέτρα που χρειάζονται για να γίνει το χρέος βιώσιμο ξανά είναι σημαντικά διαφορετικές από αυτές της Κυβέρνησης. Γιατί το Ταμείο πιστεύει πως με επιστροφή σε ένα συνδυασμό δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών πολιτικών, μπορεί να ξαναμπεί σε τροχιά προς τη βιωσιμότητα το χρέος. Τα ίδια λέει και ο Ρέγκλινγκ του ESΜ, που «βλέπει» έξοδο στις αγορές ακόμα και το 2016 με την σωστή εφαρμογή των σωστών πολιτικών. Επομένως, χωρίς πολλά δράματα και ιαχές, η συζήτηση για το χρέος θα ξεκινήσει, νωρίτερα ή αργότερα. Και λύση θα βρεθεί.

Όλα αυτά που συζητούνται ως πιθανές λύσεις για το Ελληνικό πρόβλημα απαιτούν περισσότερη ενοποίηση, οικονομική αλλά και πολιτική. Αυτό όμως θα φέρει, αναπόφευκτα, και περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας.

8. Πρόγραμμα, «προϋποθέσεις» και «ιδιοκτησία». Αν το δημοψήφισμα και οι τριβές των προηγούμενων μηνών έκαναν κάπου ζημιά, ήταν στο θέμα της εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης. Και δεν έχαναν ευκαιρία να το τονίσουν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Για να ξεπεραστεί ο κάβος επιλέχθηκε η γνώριμη μέθοδος της διαδικασίας υπό «προϋποθέσεις» (conditionality), πάνω στην οποία χτίζει όλα τα προγράμματα στήριξης του το ΔΝΤ. Πρόκειται για μια διαδικασία με πολλά στάδια, που συμπεριλαμβάνει την ψήφιση προαπαιτούμενων (ήδη σε δύο πακέτα), τη χρήση ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών για τον έλεγχο της υλοποίησης και τις τακτικές αξιολογήσεις πριν την εκταμίευση (βλ. και εδώ).

Αν και πολύ «αυστηρή» και φορτωμένη με όρους διαδικασία, η ιστορική εμπειρία δείχνει πως ενισχύει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (εδώ της Ελλάδας και των «θεσμών») και την αξιοπιστία της Κυβέρνησης που υλοποιεί το όποιο πρόγραμμα. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε σε μεγάλο βαθμό στα Μνημόνια Ι και ΙΙ. Η εναλλακτική είναι (ή, καλύτερα, θα ήταν) η «ιδιοκτησία» (ownership) από την Κυβέρνηση του Προγράμματος και των πολιτικών που εμπεριέχει. Δηλαδή, ένα Πρόγραμμα του οποίου τις πολιτικές στηρίζει η Κυβέρνηση, θα τις υιοθετήσει, θα τις υποστηρίξει επικοινωνιακά και θα εποπτεύει την πλήρη υλοποίηση τους.

Αυτό, όμως, είναι σχεδόν αδύνατο: α) σε μία χώρα όπου τα μέτρα που καλούνται να ληφθούν είναι ομολογουμένως βάρια και συναντούν την αντίσταση, αν όχι των πολιτικών, οπωσδήποτε μέρους της κοινωνίας, β) σε μία χώρα όπου ήδη βρίσκεται στον πέμπτο χρόνο στήριξης και στο τρίτο Πρόγραμμα, οπότε τα εσωτερικά κίνητρα για νέες πολιτικές στην ίδια κατεύθυνση είναι λίγα, αλλά και τα εξωτερικά κίνητρα δεν μπορούν να έχουν τα ίδια οφέλη που είχαν στην αρχή, και γ) σε μία χώρα όπου η Κυβέρνηση δήλωνε και δηλώνει πως δεν πιστεύει στο Πρόγραμμα και, κυρίως, στις πολιτικές αυτού του είδους, δηλαδή στη δημοσιονομική εξυγίανση και τις διαρθρωτικές αλλαγές. Επομένως, για τις πρώτες φάσεις του Μνημονίου ΙΙΙ – οι διαπραγματεύσεις για το οποίο ξεκινάνε τώρα να μην ξεχνάμε – είναι πιο πιθανό να επιλεγεί η μέθοδος των ενισχυμένων «προϋποθέσεων», με «παραθυράκι» για μεγαλύτερη ευελιξία στη συνέχεια, αφού εμπεδωθούν οι σχέσεις εμπιστοσύνης και η υλοποίηση εξελίσσεται ομαλά.

9. Το Πρόγραμμα, οι στόχοι και οι προτεραιότητες. Με τις διαπραγματεύσεις για το Μνημόνιο ΙΙΙ, το νέο Πρόγραμμα με τη χρηματοδοτική στήριξη του ESM και πιθανόν και του ΔΝΤ, να ξεκινούν μόλις τώρα, τα δεδομένα που γνωρίζουμε μέχρι τώρα είναι το κείμενο της Συνόδου της Ευρωζώνης της 12ης Ιουλίου και το περιεχόμενο των δύο πακέτων με προαπαιτούμενα που ψηφίστηκαν ήδη. Ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα το 2018 διαμορφώνεται σε 3,5% του ΑΕΠ, αφήνοντας προς εκ νέου προσαρμογές τους ενδιάμεσους στόχους για τα έτη 2015, 2016 και 2017.

Με τη ζημιά που έφεραν τα capital controls, το οικονομικό στέγνωμα των προηγούμενων μηνών και η αβεβαιότητα να έχει ήδη εξανεμίσει τα όποια οφέλη από τα χαμηλότερα πλεονάσματα, η δυνατότητα ευελιξίας στους στόχους για τα επόμενα έτη δίνει σημαντικό χώρο για πιο ισορροπημένη κατανομή των (νέων) βαρών. Επομένως, θα πρέπει ο σχεδιασμός του νέου Μνημονίου να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του την ανάγκη να μην επιβαρυνθούν εκ νέου όσοι έχουν ήδη επιβαρυνθεί τα προηγούμενα χρόνια υπερβολικά σε σχέση με άλλους. Αλλά και να κατανεμηθούν τα νέα μέτρα σε βάθος τριετίας, ώστε να ανακοπεί η υφεσιακή δυναμική που φαίνεται να αναπτύσσεται, και η οποία μπορεί να ανατρέψει οποιοδήποτε σχεδιασμό στα δημοσιονομικά.

Η εξίσωση που καλούνται να επιλύσουν Ελληνική Κυβέρνηση και τεχνικά κλιμάκια των «θεσμών» είναι δύσκολη. Ιδιαίτερα όταν συγκρούονται, ακόμα και εντός των «θεσμών», δύο απόψεις: η πρώτη που ισχυρίζεται πως η εμπροσθοβαρής δημοσιονομική προσαρμογή (δηλαδή η άμεση και γρήγορα) φέρνει μεγαλύτερα αποτελέσματα στη μείωση χρέους (κάτι που υποστήριξαν πρόσφατα και τεχνοκράτες της ΕΚΤ) και η δεύτερη που ισχυρίζεται πως η υπερβολικά μεγάλη προσαρμογή στην αρχή προγράμματος μπορεί να φέρει μεγαλύτερη ύφεση (η περίφημη μεταστροφή του ΔΝΤ σε σχέση με τους πολλαπλασιαστές του Μνημονίου Ι). Υποθέτω ότι και οι «θεσμοί» (που ονομάστηκαν από τρόικα quadriga με την προσθήκη του ESM) θα είναι πιο ευέλικτοι στην χρονική και κοινωνική κατανομή των βαρών. Επομένως, οι προτεραιότητες θα πρέπει να είναι: α) τήρηση των στόχων, β) όσο πιο ισορροπημένη κατανομή νέων μέτρων και βαρών γίνεται, γ) ενίσχυση, με κάθε διαθέσιμο ευρώ, της κοινωνικής πολιτικής (της σωστής κοινωνικής πολιτικής, όχι αυτής των ειδικών προνομίων και καθεστώτων) γιατί τα πραγματικά προβλήματα είναι ήδη δίπλα μας, και δ) αναζήτηση δρόμων για επιστροφή στην ανάπτυξη.

Το τελευταία είναι και το πιο δύσκολο ζήτημα, καθώς εμπλέκονται πολλά υποερωτήματα που δεν μπορεί κάποιος να αγνοήσει. Με δεδομένη την εισροή σημαντικών κονδυλίων από την Ε.Ε. και τη διευκόλυνση των όρων χρηματοδότησης νέων επενδυτικών έργων, θα πρέπει η Κυβέρνηση να σκεφτεί πως θα αξιοποιηθούν αυτά. Θα υπάρξουν συγκεκριμένοι στόχοι (κλαδικοί, περιφερειακοί); Θα υπάρξει έμφαση στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων ή, απλά, στη δημιουργία θέσεων μισθωτής εργασίας; Και, βέβαια, επειδή τα κεφάλαια δεν μπορούν να φέρουν σοβαρά οφέλη χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο, τι μεταρρυθμίσεις θα γίνουν; Είναι διατεθειμένη η Κυβέρνηση να υλοποιήσει σοβαρά τις μεταρρυθμίσεις που θα περιέχει το Μνημόνιο ΙΙΙ, ακόμα και αν δεν τις πιστεύει; Έχει να προτείνει άλλες δικές της; Μπορεί να γίνει ένας συγκερασμός μεταξύ αυτών; Μπορεί ο καθένας να καταλάβει πόσο πολλά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, πόσο κρίσιμα και σε πόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Αυτά τα (όχι τόσο) λίγα. Τα υπόλοιπα εν καιρώ.