Ποδόσφαιρο α λα ελληνικά και η «Τούμπα» του Μίτσελ

pani2
pani2

Αναρωτιέμαι, τι θα έκαναν άραγε οι μεγαλο-ιδιοκτήτες στο χώρο του ελληνικού αθλητισμού στην περίπτωση που, για παράδειγμα, είχαν επενδύσει σε ένα πολυτελές Mall; Αν σε αυτό είχαν στήσει ελκυστικά καταστήματα άψογα διακοσμημένα, τα πλαισίωναν με επαγγελματίες και αδρά αμειβόμενους υπαλλήλους και πλάσαραν στους πελάτες τους ένα ακριβό και ποιοτικό προϊόν;

Θα έριχναν ποτέ ζεστό χρήμα, αν δεν είχαν εξασφαλίσει πρώτα ότι δεν θα βρεθούν μερικά καλόπαιδα να τους κάνουν συχνά-πυκνά τα μαγαζιά λαμπόγυαλο ή να πετάνε ψάρια, νεράτζια με ξυραφάκια και ό,τι άλλο ευφάνταστο στους υπαλλήλους και στους άλλους πελάτες; Αν ήξεραν ότι η ακραία συμπεριφορά των λίγων μπορεί να διώξει τους καλούς πελάτες και να χαλάσει την εικόνα του προϊόντος που πουλάνε και στο οποίο -συζητώντας με πραγματικούς κανόνες αγοράς- στηρίζεται η κερδοφορία της επιχείρησής τους;

Είναι ξεκάθαρο ότι δεν μας ενδιαφέρει να επενδύσουμε σε ποιοτικές ποδοσφαιρικές υπηρεσίες και να προσφέρουμε ποιοτικό ποδοσφαιρικό προϊόν

 

Η απάντηση είναι αυτονόητη. Στην περίπτωση αυτή θα είχαν φροντίσει να προστατέψουν το πολύτιμο προϊόν τους και να επενδύσουν πρωτίστως στην ασφάλειά του. Στο ελληνικό ποδόσφαιρο όμως δεν συμβαίνει αυτό και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγάλο πρόβλημά μας. Γιατί, για δεκαετίες τώρα, εξακολουθούμε να λειτουργούμε όχι με εμπορικούς αλλά με «τριτοκοσμικούς» όρους. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν μας ενδιαφέρει να επενδύσουμε σε ποιοτικές ποδοσφαιρικές υπηρεσίες και να προσφέρουμε ποιοτικό ποδοσφαιρικό προϊόν. Γιατί, προφανώς, δεν υπολογίζουμε να αντλήσουμε από εκεί άμεσο οικονομικό κέρδος. Είναι τα παράπλευρα οφέλη, οικονομικά ή και πολιτικά, αυτά που -σε τελική ανάλυση- μετράνε περισσότερο σε αυτή την ιστορία.

Όσα έγιναν στην Τούμπα δεν προκαλούν πλέον εντύπωση σε κανέναν. Όλοι θυμούνται τα αντίστοιχα σκηνικά τρομοκρατίας στο ντέρμπι τίτλου, δέκα χρόνια πριν, στη Ριζούπολη. Σαν να βλέπουμε πάντα το ίδιο video. Παρόμοια σενάρια αλλά γυρισμένα κάθε φορά σε διαφορετικό χρόνο και με νέους πρωταγωνιστές. Και στο τέλος οι καθιερωμένες δηλώσεις απέχθειας και ευχές να μην ξανασυμβούν. Ναι, αλλά, αν δεις την ιστορία, σαφώς λέει «to be continued»… για όσο τουλάχιστον, οι όποιες επενδύσεις γίνονται κάθε φορά στη βάση του ότι το γήπεδο αποτελεί μέρος εκτόνωσης και οι κατά Αργύρη Σαλιαρέλη «επιστήμονες» μοχλός πίεσης για άλλου είδους δραστηριότητες .

Ασφαλώς, ο τερματισμός αυτού του αίσχους είναι και θέμα της Πολιτείας. Χρόνια τώρα δεν προχωράει σε μια βρετανικού τύπου νομοθετική ρύθμιση, όπως το «Football Spectators Act» στα 80s. Να μαντρώσει τους «αρρώστους» και να κόψει δια βίου τη μπάλα σε όποιον κάνει φασαρίες. Αυτό όμως, απαιτεί δύο σημαντικές προϋποθέσεις. Καταρχάς, μια ισχυρή πολιτική προσωπικότητα που με αποφασιστικότητα θα πει ότι, αύριο αναλαμβάνω το κόστος και εξυγιαίνω μια και καλή το ποδόσφαιρο. Και φυσικά, τη συνεργασία στο εγχείρημα αυτό όλων των παραγόντων του αθλητικού χώρου. Δύσκολα πράγματα δηλαδή.

Αλλά αρκετά ως εδώ με το σχόλιο περί «modern football» που λένε και στο Νησί. Ως προς το όποιο αγωνιστικό κομμάτι του αγώνα κυπέλλου, να βάλουμε λίγο τα πράγματα στη θέση τους: ΟΧΙ Πρόεδρε, δεν αξίζουν συγχαρητήρια οι παίκτες και προπονητές του Ολυμπιακού! Δεν φταίει η ζούγκλα της Τούμπας που έχασαν και ας μην μπούμε καλύτερα καθόλου σε αυτό το τριπάκι.

Δεν είναι στον χαρακτήρα του Ολυμπιακού τέτοιες «soft» δικαιολογίες, όταν μάλιστα χαρακτήριζε «κότες» αυτούς που χρησιμοποιούσαν τα ίδια επιχειρήματα μετά τη Ριζούπολη.

Εδώ, το τελευταίο δίμηνο, με παρόμοιες άθλιες εμφανίσεις κάνουμε πρόωρο Πάσχα και έχουμε «αναστήσει» από τον Παναθηναϊκό και τη Μάντσεστερ μέχρι τον Αστέρα Τρίπολης και τον ΠΑΣ Γιάννινα. Είναι αυτό εικόνα ομάδας που το budget της απέχει έτη φωτός από τους υπόλοιπους του ελληνικού ποδοσφαίρου; Άσε που, δεν είναι στον χαρακτήρα του Ολυμπιακού τέτοιες «soft» δικαιολογίες, όταν μάλιστα χαρακτήριζε «κότες» αυτούς που χρησιμοποιούσαν τα ίδια επιχειρήματα μετά τη Ριζούπολη.

Την ίδια στιγμή, είναι «φάουλ» του προπονητή-ηγέτη μιας ομάδας να φεύγει πριν λήξει ο αγώνας ή να δηλώνει ότι προτιμούσε να χάσει, αν και, προφανώς, όλοι καταλαβαίνουμε το γιατί. Χρειάζεται λίγη προσοχή στο τέλος, ώστε να μην χαλάσει η καλή εικόνα και φουντώσουν ξανά οι ψίθυροι ότι για τη σπουδαία φετινή ευρωπαϊκή πορεία «κοιμήθηκε ο Θεός» και «έκανε βουντού ο Ρομπέρτο». Γιατί μετά, το πράγμα δύσκολα μαζεύεται και επιστρέφουμε σε χρόνο dt στο «δεν βγάζει παρέλαση ο Μίτσελ». Για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας…