Συνήθεις βιασμοί της ελληνικής

orth_794229265
orth_794229265

Οι πιο διάσημοι σεφ είναι άντρες, έτσι και τα πιο σωστά ελληνικά, κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν τα γράφουν πάντα οι θεωρητικοί. Σε αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα και σε ολόκληρα άρθρα, σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, συχνά επώνυμα, ακόμα και δημοσιογραφικά, παντού συναντώνται μικροί ή μεγαλύτεροι «βιασμοί» της γλώσσας μας.

Το ένα αξιοπερίεργο είναι ότι τα λάθη είναι συγκεκριμένα, ομαδοποιημένα και επαναλαμβανόμενα. Το άλλο είναι ότι αυτά τα λάθη δεν έχουν ανθρωπογεωγραφία, τα κάνουν χιλιάδες Έλληνες, ακόμα και «θεωρητικοί», δημοσιογράφοι, δικηγόροι, ενίοτε και φιλόλογοι. Δε μιλάμε για τα λάθη ενός ανθρώπου χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, που εκ των πραγμάτων είναι λογικό να γίνονται σε όλο το φάσμα της ορθογραφίας, της γραμματικής και του συντακτικού.

Υπάρχουν μερικές ομάδες λαθών που είναι καταραμένα να μη διορθωθούν ποτέ, όσα διδακτορικά κι αν έχει μαζέψει ενδεχομένως ο εκάστοτε «θύτης». Παρόλο που κάθε φορά σε λούζει κρύος ιδρώτας που δε θυμάσαι και ψάχνεις κατάλληλο “transformation” ή googlάρεις, ποτέ δεν τα ξεκαθαρίζεις οριστικά.

Συνηθισμένα παραδείγματα:

  • Ότι ή ό,τι;

Από τους πιο χαρακτηριστικούς βιασμούς σε καθημερινές ευχές στους «τοίχους» του Facebook. «Χρόνια πολλά και ό,τι επιθυμείς, αλλά να ξέρεις ότι είσαι γαϊδούρι που δε θυμήθηκες τα δικά μου γενέθλια φέτος». Κατανοητή η διαφορά και η χρήση!

  • Πολύ ζάχαρη ή πολλή ζάχαρη;

Όταν συνοδεύεις ουσιαστικό, παίζει ρόλο το γένος, δηλαδή η ζέστη είναι πολλή. Αν μιλάς για επίθετο, πχ πολύ μ…..ς τότε είναι με υ! Όταν μιλάς για ουσιαστικό και ουδέτερο, πχ πολύ χιόνι, είσαι τυχερός. Σε ορισμένες «εναλλακτικές» χρήσεις, εξαρτάται από το νόημα, πχ «πολλή μ…..ία», τονίζεις την ποσότητα, ενώ «πολύ μ…..ία», εστιάζεις στην ποιότητα, η συγκεκριμένη λέξη και τα παράγωγά της εξάλλου είναι τόσο «πασπαρτού» που δεν υπακούουν σε κανόνες! Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορείς να αντικαταστήσεις το δύσκολο «πολύ» με ένα «πάει σύννεφο», αλλά δε βολεύει πάντα!

  • Με «ν» ή χωρίς;

Δε_ μπορεί κανείς να περιγράψει αυτή_ τη_ ανεπανάληπτη φρίκη που νιώθει ο φιλόλογος όταν δε_ αντιλαμβάνεσαι και δε_ καταλαβαίνεις ότι το_ τρελαίνεις που έπρεπε να βάλεις ν σε όλα τα προηγούμενα… Στο «δε» γιατί μετά έχει μπ, στο «αυτή» επειδή μετά έχει τ, στο «τη», επειδή μετά έχει φωνήεν, στο «δε» για τον ίδιο λόγο, στο άλλο «δε» επειδή έχει κ, στο «το» επειδή έχει τ και αναφέρεσαι και σε αρσενικό.

Η παντελής απουσία ν σε προφορικό λόγο, αν λείπει και η στοιχειώδης στίξη, ίσα που φέρνει και άσθμα! Συχνά φταίει το γρήγορο κείμενο των smart phones, μια ανάγνωση του κειμένου πριν το στείλεις βοηθάει καταλυτικά!
Βέβαια, υπάρχει και το άλλο άκρο, να βάζεις ν στα πάντα όλα για σιγουριά. Σε αυτήν την περίπτωση δεν παθαίνεις άσθμα, απλά μιλάς σχεδόν κυπριακά. Μικρότερο το κακό, αλλά παραμένει λάθος. Κι εδώ βοηθάει η ανάγνωση.

  • Πότε «καλείτε» και πότε «καλείται», πότε «ζητείστε» και πότε «ζητήστε»

Η ορθογραφία της παθητικής φωνής είναι μια πονεμένη ιστορία, καθώς γίνεται «σφαγή» στον πληθυντικό και μπέρδεμα με το τρίτο ενικό της ενεργητικής. Εσείς καλείτε, αυτός καλείται, εσείς καλείστε, αυτοί καλούνται. Εσείς πωλείτε το σπίτι, το σπίτι πωλείται, τα σπίτια πωλούνται, ζητήστε παράταση, ζητείστε για εργασία κλπ…

  • Καινούριος και όχι καινούργιος, συγγνώμη και όχι συγνώμη, πώς vs πως κλπ…
  • Άλλο η ψήφος και άλλο ο ψόφος…

Ο ψήφος δεν υπάρχει! Στις εκλογές μετράμε τις ψήφους και τους σταυρούς!

Αυτά και άλλα που είναι αδύνατο να καταγραφούν χωρίς παραλείψεις. Αλληλεγγύη στους φιλολόγους και τα «πρησμένα μέζεα του στεατοπυγικού υποσυστήματος», του δικού τους και όλων όσοι (όχι όσων) πάσχουμε από γλωσσικές εμμονές.

Παρεμπιπτόντως και επειδή είναι γρουσουζιά να λείπει το πολιτικό σχόλιο, όταν έχεις φτάσει σε γλωσσικό ζενίθ, έχεις δικαίωμα να γράφεις το όνομά σου όπως θες, πχ Ζουράρις και όχι Ζουράρης, Γιάνης και όχι Γιάννης, έτσι, για την αλητεία!