Σύνοδος για την Απασχόληση στην ΕΕ: Μία τρύπα στο νερό;

Η Σύνοδος για την Απασχόληση στο Μιλάνο επισκιάστηκε από τις διαφωνίες μεταξύ των Ιταλίας, Γερμανίας και Γαλλίας σχετικά με την πολιτική λιτότητας την οποία ακολουθεί η Ε.Ε. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο Γάλλος Πρόεδρος Ολάντ βρέθηκε σε δυσμενή θέση μετά τα σχέδια του να έχει ελλειμματικό προϋπολογισμό στο 4%.

Σε ένα άλλο τρέχον ζήτημα, η απασχόληση παραμένει (εξ ού και Σύνοδος για την Απασχόληση) υψηλά στην ατζέντα της Ε.Ε. προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανεργία, και ειδικότερα των νέων που έχει ξεπεράσει το δημοσιογραφικό επίπεδο «λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις». Μερικές από τις αποφάσεις της Συνόδου:

  1. Εγγύηση για τους Νέους (Youth Guarantee). Το μέτρο αυτό προβλέπει ότι από τη στιγμή που ένας νέος κάτω των 25 ετών φύγει από το σχολείο ή απολυθεί από μία δουλειά, θα μπορεί να βρει μία εργασία ανάλογη των προσόντων του. Η Ελλάδα δεν έχει προωθήσει την Εγγύηση για τους Νέους, κακώς, γιατί τα χρήματα είναι διαθέσιμα για αυτό το πρόγραμμα. Το ζήτημα βέβαια είναι ότι η αποτελεσματικότητά του θα είναι πολύ μικρή. Αποτελεί ένα ακόμα μέτρο άτυπης εργασίας.
  2. Αναβάθμιση των Δημόσιων Υπηρεσιών Εύρεση Εργασίας (δες Ο.Α.Ε.Δ. στα ελληνικά). Επανέρχεται η συζήτηση για την Εγγύηση για τους Νέους, αφού ο Ο.Α.Ε.Δ. θα αναλάβει να το διαχειριστεί καθώς και η δικτύωση αυτών των υπηρεσιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για την αναγνώριση καλών πρακτικών και προγράμματα αλληλοστήριξης μεταξύ των δημόσιων φορέων των κρατών μελών.

Παράλληλα, προβλέπεται η ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου με άλλα 40 δις Ευρώ καθώς και το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Περιφερειακή Ανάπτυξη με περίπου 70 δις Ευρώ. Τέλος, θεσπίζεται ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις πρακτικές ασκήσεις.

Εδώ μία σημείωση για τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει τα εργασιακά. Η τυπική εργασία αποτελούσε το πρότυπο της σχέσης εργασίας μεταξύ ενός ατόμου και του εργοδότη του για περίπου οκτώ δεκαετίες Στην ουσία πρόκειται για μία σχέση εξάρτησης, όπου ο εργαζόμενος υπάγεται στη νομική ή προσωπική δικαιοδοσία του εργοδότη, για συγκεκριμένου χρόνου και τόπου εκτέλεσης της εργασίας, σύμφωνα με το καθιερωμένο εργασιακό ωράριο (οκτάωρο) με αντάλλαγμα μισθό (και όχι υλικές απολαβές) και είναι αόριστης διάρκειας (δηλαδή λύεται με καταγγελία με όλες τις έννομες συνέπειες ή με τη συνταξιοδότηση του εργαζόμενου). Η άτυπη εργασία είναι όλα τα υπόλοιπα δηλαδή, συμβάσεις μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής, τηλεεργασίας, υπεργολαβίες, με το κομμάτι, ορισμένου χρόνου και άλλες μορφές. Αναφέρω δύο σημαντικά προβλήματα μεταξύ άλλων με την άτυπη εργασία.

  1. Τεκμαίρεται ότι ο εργαζόμενος βρίσκεται σε δυσμενή θέση όταν διαπραγματεύεται με τον εργοδότη του αυτές τις συμβάσεις. (Εδώ η Ε.Ε. έχει εκδώσει μία σειρά οδηγιών προκειμένου να προστατευτεί ο εργαζόμενος σε αυτές τις μορφές άτυπης εργασίας)
  2. Δεν υπάρχει εκπαίδευση και δεν δημιουργείται εμπειρία των εργαζόμενων.

Το (2) είναι το πιο σημαντικό, αν υποθέσουμε ότι ούτως ή άλλως ο εργαζόμενος βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τον εργοδότη. Φανταστείτε λοιπόν, έναν εργαζόμενο με τέσσερις μήνες προσωρινής τετράωρης απασχόλησης. Τι κερδίζει ο συγκεκριμένος σε εμπειρία προκειμένου με τη λήξη της σύμβασής του να αναζητήσει μία νέα δουλειά και πώς μπορεί να βελτιώσει την προστιθέμενη αξία του στην τρέχουσα δουλειά? (Εδώ μένει να δούμε αν τα προγράμματα voucher θα έχουν κανένα αποτέλεσμα στη μείωση της ανεργίας). Το να τοποθετήσουμε λοιπόν ένα νέο σε ένα πρόγραμμα τετράμηνης απασχόλησης με πρακτική άσκηση, και αυτό να επιβληθεί από άνω (δηλαδή το κράτος) με όποια φορολογικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις (όπως γίνεται στην Ισπανία) το μόνο που θα καταφέρει είναι να κάνει μία τεράστια τρύπα στο νερό.

Η άτυπη εργασία έγινε συνώνυμη με την ευελιξία χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος για αυτό. Απλά είναι φτηνότερη. Και ότι είναι φτηνό είναι καλό σύμφωνα με την κυρίαρχη νοοτροπία. Προσοχή, εδώ πρέπει να εξαιρέσουμε τις οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες πρέπει να συντελεστούν από άτυπη εργασία. Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει ο κανόνας για τις εργασιακές σχέσεις.

Η ευελιξία θα έπρεπε να προσανατολίζεται στην τυπική εργασία ώστε ο εργαζόμενος να εκπαιδεύεται δια βίου, και να μπορεί σε περίπτωση απόλυσης να ξαναβρεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μία εργασία. Τα υπόλοιπα προγράμματα είναι απλώς για να κυκλοφορεί ρευστό στο οικονομικό σύστημα (όπως πολύ εύστοχα και ειλικρινά ανέφερε η Καγκελάριος Μέρκελ). Σχέδιο δεν υπάρχει με σαφείς στόχους και αποτελέσματα.

Η κατάσταση απαιτεί ακραία μέτρα και η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις δεν είναι η λύση όπως έχει αποδειχθεί μετά από μία δεκαετία μεταρρυθμίσεων στην Ε.Ε. Σε μία σειρά χωρών από την Ισπανία και την Ιταλία (για να μην αναφέρουμε τα δικά μας) ως τη Λιθουανία, οι κυβερνήσεις έχουν περάσει νόμους για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας που βασίζονται στην αύξηση της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις. Σε αυτό το σημείο φυσικά, η ευρωπαϊκή αριστερά πρωτοστατεί στον αγώνα κατά αυτών των μορφών απασχόλησης, και σύμφωνα με τα πιο πάνω φαίνεται να έχουν δίκιο.

Το ζήτημα όμως επιστρέφει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ε.Ε. Τη στιγμή που η ζήτηση τς εργασίας έχει ενοποιηθεί, αντίστοιχη πορεία δεν έχει υιοθετηθεί και από την προσφορά. Σε μία Ε.Ε. όπου οι απόφοιτοι των τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ειδικά στο Νότο, κατακλύζουν την αγορά εργασίας σε τομείς όπου δεν υπάρχει ζήτηση, με προσόντα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Οι στοχευμένες πολιτικές εκπαίδευσης σύμφωνα με τις ανάγκες τις αγοράς θα ήταν τα ακραία μέτρα τα οποία θα μπορούσε να υιοθετήσει η Ε.Ε. προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανεργία των νέων. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να ενισχυθεί η Έρευνα και Ανάπτυξη, η επιστροφή στο «πτυχία με αξία» και να δημιουργηθεί επιτέλους ένα ενοποιημένο ευρωπαϊκό πανεπιστημιακό δίκτυο (θυμάστε την Μπολόνια;). Και αν η συζήτηση καταλήξει στα πανεπιστήμια, αυτό θα είναι κάτι το οποίο δεν θα θέλει η ευρωπαϊκή αριστερά.