Tο παράλογο δεν λυτρώνει, δεσμεύει

Έγραφε ο Καμύ, για τον παράλογο άνθρωπο  πως «σίγουρος για τη φθαρτή του συνείδηση, συνεχίζει την περιπέτειά του όσο διαρκεί η ζωή του».

Και η φράση αυτή ταιριάζει απόλυτα με κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού μιας άλογης πολιτικής πράξης. Όπως η πρόσφατη αντίδραση του Πάνου Καμμένου, εξ αφορμής μιας αναφοράς του Γιάννη Μουζάλα, στην ΠΓΔΜ ως «Μακεδονία».

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους -αν όχι ο πλέον βασικός- για τον οποίο ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε (δις) τους ΑΝΕΛ για κυβερνητικό εταίρο, είναι γιατί το κόμμα του Πάνου Καμμένου, αποτέλεσε την ιδεολογική νομιμοποιητική βάση για ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Των μη αριστερών, των κατά βάση ριζοσπαστικοποιημένων. Και, εν πολλοίς, των ψηφοφόρων εκείνων που διακρίνονται για τα εθνολαϊκιστικά τους χαρακτηριστικά. Οι οποίοι είναι πολλοί.

Ο Πάνος Καμμένος ανέκαθεν αναγνώριζε πως αυτή η παρά φύσει συνεργασία προκαλούσε στην καλύτερη αμηχανία και στην χειρότερη απέχθεια. Τόσο σε δικά του στελέχη όσο και σε στελέχη της αριστερής νομενκλατούρας. Αυτής που υπερασπίζεται την ελεύθερη μετανάστευση και την κατάργηση των συνόρων. Συμμερίζεται δε, και την άποψη του Υπουργού Πολιτισμού για την «τιμητική για την Ελλάδα» εικόνα της Ειδομένης. Η οποία τον αποδεχόταν ως αυτό που παρουσιάστηκε: κάτι «αναγκαίο». Κακό βέβαια για την αριστερή ιντελιγκέντσια. Αλλά αναγκαίο για την λήψη των κυβερνητικών αξιωμάτων.

Ο Πάνος Καμμένος αναγνωρίζει πλέον και την πορεία φθοράς στην οποία έχει μπει το κόμμα του. Το οποίο, λόγω της «άνευ όρων» συμπόρευσης με την πρώτη-(και δεύτερη)-φορά-αριστερή Κυβέρνηση, έχει χάσει την επαφή του με την βάση του. Το μοναδικό πλέον κομμάτι της που τον στηρίζει είναι το προερχόμενο από την Νέα Δημοκρατία. Αυτό που αρνείται -ακόμα- να παραδεχτεί την εσφαλμένη «αντιμνημονιακή» επιλογή του. Που μπορεί να μην είδε θετικά την εκλογή Μητσοτάκη, ωστόσο η στρατηγική των ΑΝΕΛ και οι σχέσεις τους με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι βαρύτερο πλήγμα.

Και ένα βράδυ, σε συνέντευξή του, ο αρμόδιος για την μετανάστευση αναπληρωτής Υπουργός, αναφέρεται στην ΠΓΔΜ με τον όρο «Μακεδονία». Συνευθύνη για την διαχείριση του μεταναστευτικού έχει προφανώς και ο κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως με τη θέση που εξέφρασε, σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ανυποχώρητος σε αξιακές διάφορες με τον ΣΥΡΙΖΑ, δημιούργησε μια αφενός γελοία και αφετέρου συμπλεγματική εικόνα. Από την οποία βγήκε ο ίδιος χαμένος.

Γελοία, μιας και το συντηρητικό ακροατήριο το οποίο θεωρητικά εκπροσωπούσε, έχει προ πολλού απολέσει την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο του εκπροσώπου του. Την οποία δεν ανακτά λόγω μιας ακραίας αντίδρασης σε ένα λεκτικό σφάλμα. Πολλώ μάλλον δε, μετά την σειρά δηλώσεων που ακολούθησε: «Στηρίζω την Κυβέρνηση αλλά όχι τον κύριο Μουζάλα» «Μπορεί να βγούμε από την Κυβέρνηση αλλά δεν θα την καταψηφίσω στην Βουλή». Ώσπου, τέλος, κατέληξε και στην -αντίστοιχη με την αριστερή- στροφή. Ο Υπουργός παρέμεινε και ο κυβερνητικός εταίρος, με πλήγμα στο κύρος του, υποχώρησε. Πλέον, σίγουρος για την φθαρτή του συνείδηση, θα συνεχίσει την πορεία του όσο διαρκεί η -πολιτική- ζωή του. Όπως θα έλεγε και ο Καμύ.

Συμπλεγματική, είναι ταυτόχρονα, αφού αποκαλύπτει την αδυναμία του Υπουργού Εθνικής Αμύνης της χώρας να αντιληφθεί την διεθνή πραγματικότητα. Και αυτός είναι και ο λόγος που, παρά την διαφορετική αφετηρία, αριστερή και δεξιά στάση στο ζήτημα συναντώνται: Περιχαρακώνονται πίσω από ιδεοληψίες, αποστρέφονται τον πραγματισμό και αδιαφορούν για τα τετελεσμένα που δημιουργούνται στο μεταξύ. Αριστεροί που αδιαφορούν για το ιστορικό βάθος ενός τέτοιου αιτήματος και Δεξιοί που αδιαφορούν για την ουσία του διεθνούς αντίκτυπου, τυφλωμένη από την «εθνικότητα» του ζητήματος.

Το μεταναστευτικό είναι, μοιραία, ζήτημα που μπορεί να αποδυναμώσει τους δυο εταίρους ανεπανόρθωτα. Υπό προϋποθέσεις. Η ιδεοληπτική αριστερή εμμονή στην κατάργηση συνόρων, συρματοπλεγμάτων και περιορισμών, είχε ως συνέπεια την ανεξέλεγκτη κατάσταση στην Ειδομένη. Αυτός είναι ένας σαφώς σοβαρός λόγος για να ζητήσει κανείς την παραίτηση του αρμόδιου αναπληρωτή Υπουργού.

Εν προκειμένω, η αντίδραση σε ένα λεκτικό παράπτωμα ήταν μάλλον παράλογη. Στρατηγικά εσφαλμένη. Ανορθόδοξη. Ωστόσο, όπως θα συνέχιζε ο Καμύ, «το παράλογο δεν λυτρώνει, δεσμεύει. Δίνει μόνο ισοτιμία στις συνέπειες των πράξεων που το ακολουθούν». Δεδομένου ότι οι δύο εταίροι επιθυμούν την συνέχιση της συνεργασίας τους, μένει να δούμε τις συνέπειες που θα αντιμετωπίσουν αμφότεροι, δεσμευμένοι από τις επιλογές τους. Ίδωμεν.