To παραμύθι του χακί

© flickr: George Kamelakis© flickr: George Kamelakis

Έπινα καφέ στο μπαλκόνι με τη μητέρα μου,όταν με πήραν τηλέφωνο για να μου ανακοινώσουν πως παρουσιάζομαι στις 10 του Νοέμβρη στη Καλαμάτα. Είχα κόψει από καιρό την αναβολή και περίμενα να υπηρετήσω κι εγώ τη «μαμά Πατρίδα». Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο σκεπτόμουν. Τουλάχιστον όχι παραπάνω, από 9 μήνες.

Με άφησε έξω από τη πύλη η μάνα μου. Με φίλησε και μου πε να κάνω υπομονή. Δεν είχα κουράγιο ούτε να της μιλήσω. Έγνεψα το κεφάλι συγκαταβατικά. Πικραμένα και σχεδόν καταθλιπτικά.Πήρα τη βαλίτσα μου και πέρασα στον κόσμο του χακί. Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες. Δεν ήταν το πρόγραμμα που τις έκανε να φαντάζουν τρομακτικές, αλλά η μετάβαση και οι συνθήκες που αυτή γινόταν. Σχεδόν 200 άτομα στοιβαγμένα σε ένα Κέντρο, μέσα σε θαλάμους, με κλειδωμένα τα πράγματα τους και τις ψυχές τους. Κανείς δεν ήξερε σχεδόν κανέναν και η καχυποψία,στην αρχή ήταν διάχυτη.

Ξύπνημα στις 6 παρά,ξύρισμα και άγχος για γρήγορο ντύσιμο. Έπρεπε να βγούμε στην αναφορά. Μετά πρωινό όλοι μαζί και ασκήσεις. Ασκήσεις για ατελείωτες ώρες,χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Προσοχή και ανάπαυση κάτω από τον ήλιο, για να δικαιολογούν κάποιοι το μισθό τους και το ελληνικό Κράτος, να απασχολεί με κάτι ένα σωρό νέους. Αφού δεν έχει κάτι άλλο να τους απασχολεί στη πολιτική τους ζωή.

Πέρασαν οι μέρες του Κέντρου, ήλθε το χαρτί της μετάθεσης. Όπως το ήθελα, στη Κομοτηνή.  Για να είμαι και κοντά στη σχολή μου. Ένα απόγευμα,πήρα το »λουκάνικο» και τα πράγματα μου,για να ξεκινήσω το μεγάλο ταξίδι. Ώρες ατελείωτες στο τρένο, με γνώριμο προορισμό, αλλά ένα μεγάλο γρίφο. Τη μονάδα που θα με φιλοξενούσε,για αρκετούς μήνες.

Μας παρέλαβαν και μας μετέφεραν στη μονάδα. Αρχίσαμε να κάνουμε μεταξύ μας γνωριμίες. Άλλες από αυτές εξελίχθηκαν σε αδελφικές φιλίες και άλλες αφορμές, για να σιχαθεί κανείς το ανθρώπινο είδος. Γνωρίσαμε και το προσωπικό της μονάδας. Από το Διοικητή, μέχρι και τους ΕΠΟΠ. Οι πρώτες μέρες,δε περνούσαν. Ήταν πολλές,πάρα πολλές. Έξω έκανε κρύο και αργούσε να ξημερώσει. Όταν άναβαν τα φώτα,κανείς δεν έβγαινε εύκολα από το sleeping bag. Περάσαμε τα ΣΠΕΝ και μετά η θητεία μπήκε σε μια κανονικότητα. Το φαγητό αρκετά καλό και εξοδούχοι βγαίναμε αρκετά συχνά. Από άδειες, δε μπορώ να έχω παράπονο. Σε ό,τι χρειάστηκα, το τάγμα με στήριξε. Άρχισαν οι μέρες, να περνούν πιο γρήγορα. Δέσαμε οι περισσότεροι μεταξύ μας, μάθαμε να συμβιώνουμε και να χαμογελάμε πιο συχνά. Εμπιστευτήκαμε με μια σιγουριά που δυνάμωνε, το παιδί που κοιμόταν δίπλα μας και έτρωγε μαζί μας. Στα δύσκολα έδινε κουράγιο ο ένας στον άλλον και στις χαλαρές στιγμές,μοιραζόμασταν όσα μας ανησυχούν και αυτά που μας δίνουν δύναμη.

Παρεξηγήσεις σίγουρα υπήρχαν και διαφωνίες. Είναι λογικό σε ένα τάγμα, που μοιράζει τις αγγαρείες και τη δουλειά, να υπάρχουν και οι απρόθυμοι και οι πονηροί. Αλλά αυτά τα συνηθίζεις, μετά από καιρό και συνειδητοποιείς, πως ό,τι κάνεις, το κάνεις για σένα και για όσα παιδιά δίπλα σου, θέλουν να έχουν καθαρή συνείδηση.

Κάθε παραμύθι, κρύβει μέσα του μια σειρά από μύθους. Τους καταρρίπτεις έναν έναν,μέχρι να απολυθείς. Ο μεγαλύτερος από όλους,είναι πως υπηρετείς τη Πατρίδα. Δεν είναι έτσι. Ο ελληνικός Στρατός σου προσφέρει οκτώ ή εννιά μήνες διαμονής σε αυτόν,για να μη γκρινιάζεις για όσα δε σου προσφέρει στη πραγματικότητα το ελληνικό Κράτος. Τη Πατρίδα δε την υπηρετείς, ούτε όταν βαράς προσοχές σε κάθε κομπλεξικό αξιωματικό,που ράβει πάνω στις πληγές της ψυχής του γαλόνια και πουλάδες, μήπως καλύψει το κενό που αισθάνεται μέσα του, ούτε όταν σε αγγαρεύουν για ατελείωτες μέρες,χωρίς λόγο και αιτία για να δικαιλογήσουν τη βλακεία του εγκεφάλου τους κάποιοι.

Την Ελλάδα την υπηρετείς,τα βράδια στα ακριτικά φυλάκια και στις μονάδες που βρίσκονται στη παραμεθόριο, όταν τουρτουρίζεις με ένα όπλο στο κρύο,για να ξαγρυπνήσεις για την ασφάλεια αυτής της χώρας, όσο περνά από το χέρι σου. Την υπηρετείς όταν κάνεις υπομονή, δέχεσαι τις προσβολές του κάθε κόπανου ανωτέρου,γιατί καταλαβαίνεις πως δεν έχει ουσία να διαφωνήσεις με έναν στόκο. Την υπηρετείς κάθε πρωί, όταν υψώνεις την ελληνική σημαία, σε ακριτικά σημεία της Ελλάδας μας. Αυτή που αγαπάμε και την ονειρευόμαστε διαφορετικά μια μέρα. Και αυτός είναι ο μεγαλύτερος σεβασμός απέναντι σε αυτή. Και αυτή είναι η ιερότερη υπηρεσία,που μπορούμε να της προσφέρουμε απλόχερα.

Οι μέρες τελείωναν και όσο μειώνονταν,φτάναμε πιο κοντά. Τα χαμόγελα πλήθαιναν και τα βράδια περνούσαν πιο εύκολα. Οι μέρες που ξημέρωναν, έφερναν άλλον αέρα. Μετρούσαμε αντίστροφα, για να πάρουμε πίσω τη ζωή, που βάλαμε σε αναστολή.Παραδώσαμε το όπλο και τα στρατιωτικά μας είδη ένα ωραίο πρωινό και φύγαμε με άδεια απολύσεως. Τη τελευταία,πριν την απόλυση.

Η μεγάλη μέρα,έφτασε. Αύριο περνάμε τη πύλη,για τελευταία φορά.Μαζεύουμε υπογραφές και χαιρετάμε τα παιδιά και τους αξιωματικούς του τάγματος. Στο σημείο αυτό – θα ήθελα να κάνω μια μικρή παράκαμψη – και να εκφράσω την απεριόριστη εκτίμηση μου στο πρόσωπο του Διοικητή. Ένας εξαιρετικός άνθρωπος, με μεγάλη μόρφωση και ειλικρινή κατανόηση. Παίρνουμε τη σφραγισμένη πλέον ταυτότητα. Αυτή που ισοδυναμεί με διαβατήριο, για μια ζωή πλέον διαφορετική.

Αύριο το πρωί θα κατεβούμε στη πύλη κι ο δρόμος θα ανοίγεται διάπλατα μπροστά μας. Σαν τη ζωή,που ονειρευόμασταν για τόσους μήνες. Η θητεία θα περνά σαν ταινία από το μυαλό μας. Τώρα πια,είμαστε πολίτες. Ο στρατός, είναι πλέον ανάμνηση και θέμα συζήτησης, σε παρέες μετά από χρόνια. Είναι ένα παραμύθι, που ζήσαμε στα χακί και θα έχουμε να λέμε στα παιδιά μας. Τώρα όμως οι μέρες του τελείωσαν. Ήλθε η ώρα για τις δικές μας μέρες.